Greek Albanian Bulgarian Czech Dutch English Estonian Finnish French German Icelandic Irish Italian Norwegian Portuguese Russian Slovenian Spanish Swedish Turkish
Εφημερίδα ΗΩΣ
Ανακοινώσεις :
Είσοδος μελών



  

Επισκέπτες
Έχουμε 123 επισκέπτες συνδεδεμένους

Τα πρωτοβάθμια σχολεία της Προσοτσάνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

Του σχολικού συμβούλου ε.τ. Ευάγγελου Γ. Καρσανίδη

Πρώτη περίοδος 1867 – 1900

Σε απόσταση 16χμ δυτικά της Δράμας βρίσκεται η Προσοτσάνη ή Προσότζιανη και Πρη(ι)σότζιανη, όπως ήταν γνωστή η κωμόπολη αυτή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σήμερα είναι έδρα του διευρυμένου ομώνυμο Δήμου.

Η κατοίκηση της περιοχής είναι γνωστή από τη αρχαιότητα. Η πρώτη ωστόσο μαρτυρία για την ύπαρξη της Προσοτσάνης απαντά σε έγγραφο του 1316 από τη μονή Ιβήρων. Στην περιοχή και «πλησίον του Πάνακος» υπήρχε το Λαυρεωτικό μετόχι του Αγίου Παντελεήμονος, από το οποίο σήμερα σώζεται ο ομώνυμος ναός.

Το 1478/79, σύμφωνα με ένα οθωμανικό απογραφικό κατάστιχο, η Προσοτσάνη μνημονεύεται ως ένας μικρός οικισμός με 106 οικογένειες, από τις οποίες οι 87 ήταν χριστιανικές. Αναφέρεται επίσης σε οθωμανικό κατάστιχο του 1568/69, όπου σημειώνεται ως χωριό με έξι χριστιανικούς μαχαλάδες και αρκετές μουσουλμανικές ιδιοκτησίες (Μ. Παρχαρίδου – Αναγνώστου 2009).

Έμμεση μνεία για την Προσοτσάνη γίνεται και από τον Γάλλο πρόξενο Κουζινερύ κατά την περιοδεία του στην ανατολική Μακεδονία στις αρχές του 19ου αιώνα. Αλλά και ο καθηγητής Ν. Φιλιππίδης αναφέρει στο βιβλίο του (Φιλιππίδης 1877) ότι η Προσοτσάνη που απέχει δύο ώρες από τη Δράμα και κατοικείται από 400 περίπου οικογένειες διατηρεί «επαινετώς σχολείον ελληνικόν καλώς διωργανισμένον και υπό ικανού διδασκάλου διευθυνόμενον». Στην Προσοτσάνη, γράφει, γίνεται μία φορά την εβδομάδα λαϊκή αγορά και υπάρχουν πολλά εμπορικά καταστήματα. Προϊόντα της κωμόπολης, αναφέρονται στο βιβλίο του το βαμβάκι, τα σιτηρά και ιδίως ο φημιζόμενος καπνός της, που δικαιολογεί απόλυτα το χαρακτηρισμό της ως ενός από τα τέσσερα κυριότερα καπνοπαραγωγικά κέντρα της επαρχίας Δράμας. Αναμφισβήτητα η κωμόπολη αυτή ήταν και «ένα από τα χωριά της περιοχής με την καλύτερη ποιότητα καπνού που έφερε την ονομασία στα τουρκικά «Bashi – Bagli – Μπασή Μπαγλή», όπως μας αναφέρει ο γερμανός ιστορικός Joch. H. Schultze στο βιβλίο του «Neugriechenland, eine Landesunde Ostmakedoniens…». Στη συνέχεια ο καθηγητής Ν. Φιλιππίδης προτείνει στον φιλεκπαιδευτικό σύλλογο Προσοτσάνης, που ιδρύθηκε τον Μάιο 1873, τη σύσταση Παρθεναγωγείο και Σχολαρχείου με βιβλιοθήκη, γιατί όπως γράφει «οι ολίγιστοι εν τη κωμοπόλει ταύτη υπάρχοντες σχισματικοί Βούλγαροι κινούμενοι υπό της πανσλαβιστικής προπαγάνδας αντενεργούσι πεισματωδώς προς τον καλών και την ανάπτυξη της πατρίδος των».

Από στατιστικό πίνακα που υπέβαλε, στις 30 Δεκεμβρίου 1885, ο Έλληνας υποπρόξενος Καβάλας Α. Τσιμπουράκης στο υπουργείο εξωτερικών, προκύπτει ότι η Προσοτσάνη το 1885 αριθμούσε 250 Έλληνες, 1250 Οθωμανούς και λίγους ορθόδοξους σχισματικούς κατοίκους. Στον παραπάνω πίνακα αναφέρεται ακόμη ότι στην κωμόπολη αυτή υπήρχε «εν δημοτικόν αρρένων και παρθεναγωγείον μετά 25 μαθητών, μαθητριών και νηπίων». (Α.Υ.Ε.= Αρχείο Υπουργείο Εξωτερικών, φακ. 1885/ΑΒΕ, 1, έγγρ. 2751/ 30-12-1885).

Αναφορά στην Προσοτσάνη κάνει και ο ταγματάρχης του Μηχανικού Νικόλαος Θ. Σχινάς, ο οποίος με την ιδιότητα του ερευνητή, επισκέφθηκε την Προσοτσάνη καθώς και επίσης και άλλα χωριά και κωμοπόλεις στις επαρχίες Δράμας και Ζιχνών αλλά και της Μακεδονίας γενικότερα.

Στις «Οδοιπορικές Σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας», σε ένα αξιόλογο τρίτομο έργο του, που συντάχθηκε με εντολή του τότε υπουργού επί των Στρατιωτικών, το 1886, ο Ν. Σχινάς συγκέντρωσε πολλά και σημαντικά στοιχεία για την εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του υπόδουλου Ελληνισμού της Μακεδονίας κατά πόλεις και περιοχές. Στον δεύτερο τόμο του έργου του και στη σελίδα 452 γράφει ότι η Προσοτσάνη στήριζε την οικονομία της στην καλλιέργεια του καπνού και ότι η κωμόπολη αυτή «οικείται υπό 250 οικογενειών, ων αι πλείσται εισί χριστιανικαί, αι δε λοιπαί Οθωμανικαί, καταγινόμεναι άπασαι κυρίως εις την καπνοφυτείαν, έχει δε εκκλησίαν, τέμενος, σχολείον αρρένων ως και θυλέων, 6 χάνια, εβδομαδιαίαν αγοράν κατά Σάββατον και παραρρέον μικρόν ποτάμιον».

Το εμπόριο του καπνού και του βαμβακιού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, έλαβε μεγάλες διαστάσεις στα επόμενα χρόνια. Η καλλιέργεια ιδίως του καπνού δημιούργησε της κατάλληλες προϋποθέσεις και τα κίνητρα για τη μόνιμη εγκατάσταση εργατών στη φτωχή μέχρι τότε κωμόπολη. Όπως και σε άλλες κωμοπόλεις και χωριά της επαρχίας Δράμας έτσι και στην Προσοτσάνη, όπου την περίοδο αυτή «διεξάγεται οξύς φυλετικός αγών» ανάμεσα στους σχισματικούς και Ελληνορθοδόξους, η λειτουργία ελληνικών σχολείον την εποχή αυτή τον σκληρών εθνικών αγώνων αποτελούσε το μοναδικό έρεισμα για την αναχαίτιση τον ξένων προπαγανδών, ιδιαίτερα στην περιοχή αυτή για την οποία γνωρίζουμε ότι ο σλαβόφωνος πληθυσμός της ήταν στην πλειονότητά του πατριαρχικός.

Είναι αλήθεια ότι μετά την εκδήλωση του βουλγαρικού σχίσματος το 1870 εκδηλώθηκε έντονα και στην Προσοτσάνη από το 1871 και μετά η βουλγαρική προπαγάνδα. Κατά την περίοδο αυτή και κάτω από τις γνωστές τρομοκρατικές συνθήκες που δημιούργησε η εξαρχική προπαγάνδα, περιορισμένος αριθμός των κατοίκων, πιεζόμενοι με διάφορα μέσα από τους σχισματικούς Βουλγάρους, προσχώρησαν στη Βουλγαρική Εξαρχία. Οι υπόλοιπη κάτοικοι της Προσοτσάνης παρέμειναν ακλόνητοι υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, εκτός βέβαια από τους μουσουλμάνους που υπήρχαν στην κωμόπολη. Αλλά και όσοι κάτοικοι παραπλανήθηκαν και προσχώρησαν στην Εξαρχία, ύστερα από αποφασιστικές και ουσιαστικές, αποτελεσματικές ενέργειες του μητροπολίτη Δράμας Γερμανού Γ’ (1879 – 1896) «ήρξαντο αθρόοι προσερχόμενοι εις τους κόλπους της ορθοδοξίας οι σχισματικοί». Αυτό προκύπτει και από την εμπιστευτική έκθεση την οποία υπέβαλε στο Υπουργείο Εξωτερικών, ο Έλληνας υποπρόξενος Καβάλας Α. Τσιμπουράκης, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων ότι: «εν τη επαρχία Δράμας και Ζίχνης ουδείς σχισματικός υπάρχει επιστρεψάντων των τοιούτων επί τον ημερών του νυν μητροπολίτου Δράμας κ. Γερμανού – Μιχαηλίδου» (Α.Υ.Ε., φακ. 1885/ΑΒΕ, 1, έγγρ. 2751/30-12-1885).

Αυτό οφείλεται, όπως αναφέρει η διακεκριμένη ιστορικός της Εξαρχίας Zina Markova, στην «ισχυρή ελληνική εκπαίδευση» που υπήρχε τόσο στην Προσοτσάνη όσο και στα άλλα χωριά της εκκλησιαστικής Περιφέρειας Δράμας και Ζιχνών. Σημειωτέον ότι τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις εμπιστευτικές, εθνολογικές, στατιστικές που έχουμε από το Ελληνικό Προξενείο Σερρών, το δε σημαντικότερο είναι ότι διαψεύδουν άρδην τις επίσημες και αναγνωρισμένες από τη διεθνή ιστοριογραφία στατιστικές Kantzov και Brancoff (Α.Υ.Ε., φάκ. 1905/ ΚΒ’, έγγρ. 88 / 22-2-1905).

Τέλος, το σχολικό έτος 1894-95, σύμφωνα με μία στατιστική των ελληνικών σχολείων στα βιλαέτια της Θεσσαλονίκης και των Βιτωλίων Μακεδονίας, στην Προσοτσάνη λειτουργούσε μία δημοτική ή αστική σχολή, στην οποία φοιτούσαν 90 μαθητές και δίδασκαν 2 διδάσκαλοι, και ένα παρθεναγωγείο στο οποίο φοιτούσαν 60 μαθήτριες και δίδασκε 1 διδασκάλισσα. Η ετήσια δαπάνη συντήρησης των σχολείων ανερχόταν για τη χρονιά αυτή στο ποσό των 2.300 γαλλικών φράγκων.

Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς λειτούργησε ελληνικό σχολείο στην Προσοτσάνη Δράμας, αλλά από τη μελέτη των ανέκδοτων προξενικών εγγράφων και εκθέσεων, του Κώδικα της Προσοτσάνης (1890-1908) και άλλου ανέκδοτου αρχειακού υλικού, που πραγματοποιήσαμε επί σειρά ετών κατά τις επισκέψεις μας στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και σε άλλα αρχεία κρατικά και ιδιωτικά, προκύπτει ότι το πρώτο ελληνικό σχολείο της Προσοτσάνης λειτούργησε γύρω στο 1867. Για την περίοδο πριν από το 1867 οι πηγές σιωπούν.

Σύμφωνα όμως με προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της σχετικά με τη λειτουργία του σχολείου, μπορούμε να εικάσουμε ότι η λειτουργία του τοποθετείται τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, την ίδια δηλαδή εποχή που κτίστηκε η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου. Για την ίδρυση του σχολείου πρωτοστάτησε «η τότε χριστιανική ορθόδοξη Κοινότητα Προσοτσάνης με την επίβλεψη του Πατριαρχείου».

Η πρώτη όμως γραπτή μαρτυρία, που θεωρείται και η πλέον αξιόπιστη και μιλάει για την ίδρυση ελληνικού σχολείου στην Προσοτσάνη, είναι η εμπιστευτική έκθεση του υποπροξενείου Καβάλας που υποβλήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1867 στον υπουργό Εξωτερικών Χαρ. Τρικούπη. Ο υποπρόξενος στην εμπιστευτική ανέκδοτη έκθεσή του «Περί καταστάσεως της ελληνικής παιδείας των υπό την δικαιοδοσίαν του Διοικητού Δράμας υπαγομένων πόλεων, κωμών και χωρίων» αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «… Επειδή δε πλησίον της Δράμας και 8 ώρας μακράν της Καβάλας, υπάρχουσιν και δύο κωμοπόλεις, ήτοι η Πλεύνα έχουσα 2000 περίπου χριστιανούς και η Προσοτσάνη, έχουσα 1500 και επειδή οι κάτοικοι των κωμοπόλεων τούτων λαλώσιν την ελληνική και είναι Έλληνες, θεωρώ αναγκαίον και εις τας κωμοπόλεις αυτάς την σύστασιν αλληλοδιδακτικόν σχολείων ων η ετήσια δαπάνη δεν θέλει υπερβεί τας 1500 Δραχμάς». Ο υποπρόξενος Καβάλας αναφέρει ακόμη στην έκθεσή του ότι για τα σχολεία αυτά απαιτούνται και κατάλληλα διδακτικά βιβλία, ήτοι «αλφαβητάρια μικρά, κατήχησις, ιεραί εφορίαι, μικρέ γεωγραφίαι, αριθμητικέ και γραμματικέ του Βρατσάνου ή Βερναρδάκου ως και μικράν χρηματικήν βοήθειαν προς καταρτισμόν των διδασκάλων, υπολογιζομένη εφ’ όλων τούτων εις Δραχμάς 1500». Και ο υποπρόξενος Καβάλας καταλήγει: «Με τον τρόπον αυτόν δεν μένει η ελαχίστη αμφιβολία, ότι επιθυμία όλων εκπληρωθή κατά γράμμα, συνεισφέρουσα μεγάλα και πολλά καλά εις την πατρίδα και τους απογόνους του Μ. Αλεξάνδρου».

Στη διδασκαλία των μαθημάτων που γινόταν πάντα από ένα δάσκαλο για οικονομικούς λόγους, καθιερώθηκε το «αλληλοδιδακτικό» σύστημα, το οποίο πρώτοι οι Άγγλοι επινόησαν το 18ο αιώνα και που το εγκολπώθηκαν όλες οι φτωχές χώρες. Η Ελλάδα το υιοθέτησε στα χρόνια του Καποδίστρια το 1830 και στη μακρόχρονη εφαρμογή του δέχθηκε πολλές τροποποιήσεις. Σύμφωνα με αυτό ο μοναδικός δάσκαλος του σχολείου περιοριζόταν στη διδασκαλία των ανώτερων τάξεων και ανέθετε τη διδασκαλία και επιτήρηση των υπόλοιπων μαθητών στους «πρωτό-σχόλους», που ήταν ικανοί και προχωρημένοι μαθητές των τάξεων αυτών. Στα ελάχιστα μαθήματα που διδάσκονταν για πολλά χρόνια προστέθηκαν αργότερα η Γεωγραφία, η Ιστορία, η Φυσική κ.α. Η Γραμματική διδασκόταν στις τελευταίες τάξεις.

Από τα στοιχεία που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας παρακολουθούμε την εκπαιδευτική κατάσταση στην Προσοτσάνη και προβαίνουμε στη διαπίστωση ότι η κωμόπολη αυτή κατά την πρώτη περίοδο (1867 – 1900), δυσκολεύεται να διατηρήσει τη λειτουργία του σχολείου της. Από προξενικά και άλλα έγγραφα που μελετήσαμε στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών προκύπτει ότι κατά την περίοδο αυτή της Τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα το σχολικό έτος 1873 – 1874 το σχολείο αυτό ενισχύθηκε οικονομικά από τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως (Ε.Φ.Σ.Κ.) με 10 λίρες, προκειμένου να καλύψει τις δαπάνες για τη συντήρηση των σχολείων και τη εξεύρεση ικανών δασκάλων καθώς και για τη μισθοδοσία τους.

Οι αυξανόμενες εκπαιδευτικές ανάγκες και η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 οδήγησαν τους κατοίκους και στην ανέγερση παρθεναγωγείου στις 12 Οκτωβρίου 1879. Στη νότια εξωτερική πλευρά του παρθεναγωγείου, σε μαρμάρινη εντοιχισμένη πλάκα υπήρχε επιγραφή, η οποία κατέληγε ως εξής: «Οικοδόμηται τη συντόνω φροντίδι και αόκνω επιμέλεια της ενταύθα Ελλη. Φιλ. Αδελφότητος ΄΄ΗΩΣ΄΄, αρχιερατεύοντας του Σεβ. Μητροπολίτου Δράμας Γερμανού. εν Προσσουτσάνη 1879 Οκτ 12».

Από την παραπάνω επιγραφή συμπεραίνουμε ότι το μορφωτικό έργο των σχολείων της Προσοτσάνης το συμπλήρωνε με τη δραστηριότητά της η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα «ΗΩΣ», που ιδρύθηκε με την ονομασία αυτή το 1873 και είχε ως έμβλημα την εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής. Η αδελφότητα αν και είχε ως κύριο βέβαια σκοπό την ενίσχυση της παιδείας και μάλιστα τη μόρφωση των κοριτσιών με την ίδρυση του παρθεναγωγείου, ανέπτυξε σημαντική εθνική δράση, γιατί επί σειρά ετών ενίσχυε την εκεί ελληνική κοινότητα στον αγώνα της εναντίον των σχισματικών.

Το έτος 1879 αποτελεί σταθμό και αφετηρία της εκπαιδευτικής δραστηριότητας, γιατί «τίθενται τα θεμέλια της εκπαίδευσης θηλέων στην ελληνορθόδοξη Κοινότητα Προσοτσάνης, η οποία, από το 1890 και εξής αναβαθμίζεται με την παρουσία γνωστικά καταρτισμένου διδακτικού προσωπικού». Παράλληλα με την ίδρυση παρθεναγωγείου, αναφέρεται, σε εμπιστευτική έκθεση του υποπροξενείου Καβάλας και η σύσταση στις 20 Οκτωβρίου του 1880, ελληνικού νηπιαγωγείου στην Προσοτσάνη, στο οποίο καταβλήθηκε προσπάθεια από τους Έλληνες κατοίκους «…όπως καταταχθώσιν εις την ελληνικήν ταύτην Σχολήν και 82 βουλγαρόπαιδες από 6 μέχρι 12 ετών και σπουδιάσωσιν τα ελληνικά γράμματα…» (Α.Υ.Ε., φακ. 1880/ΑΕΕ, Δ1, εγγρ. 320/20.10.1880).

Στην πρώτη αυτή περίοδο της εκπαιδευτικής δραστηριότητάς της βλέπουμε μεγάλο ενδιαφέρον και ζήλο της ελληνορθόδοξης κοινότητας Προσοτσάνης για την προαγωγή της παιδείας. Η περίοδος αυτή μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν μια περίοδος προσπαθειών και προετοιμασίας της κοινότητας. Τα μέτρα που λαμβάνονται αποβλέπουν στην ανόρθωση της εκπαίδευσης. Ο πόθος των κατοίκων ν’ αποκτήσουν παρθεναγωγείο και νηπιαγωγείο πραγματοποιείται, ενώ ο άλλος πόθος της ανέγερσης νέων εκπαιδευτηρίων θα πραγματοποιηθεί κατά τη δεύτερη περίοδο 1900 – 1913 που αποτελεί την τελευταία και πιο σημαντική περίοδο της εκπαίδευσης των χρόνων της Τουρκοκρατίας, η οποία θα συνεχισθεί και μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τους Τούρκους (1913).

Σε ότι αφορά τώρα τη μισθοδοσία των δασκάλων, από τα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών αλλά και από τον Κώδικα του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου Προσοτσάνης, αντλούμε χρήσιμες πληροφορίες για το διδακτικό προσωπικό των σχολείων Προσοτσάνης, για το μισθό τους, για το χρόνο διορισμού τους, καθώς επίσης και για τον τρόπο πληρωμής τους. Οι μισθοί ανέρχονται από 15 μέχρι 40 λίρες Τουρκίας το χρόνο.

Η συμφωνία πρόσληψης με «συμφωνητικό» ή «συμβόλαιο» υπογραφόταν από τους άμεσα ενδιαφερόμενους Επιτρόπους των Σχολών και τους δασκάλους των σχολείων. Σ’ αυτό γινόταν αναφορά στις εκατέρωθεν υποχρεώσεις για τη διάρκεια, το μισθό, τον τρόπο πληρωμής, την ανανέωση ή μη της συμφωνίας και κυρίως την υποχρέωση του εκπαιδευτικού «να διδάξει μετά ζήλου και επιμελείας συμμορφούμενος κατά πάντα με τον εν χρήσει οδηγόν και τους καθεστώτας κανονισμούς». Το συμφωνητικό απαραίτητα το επικύρωνε ο Μητροπολίτης, ο οποίος ήταν ο κύριος υπεύθυνος της Εκπαίδευσης και ο πρόεδρος της Σχολικής Επιτροπής. Για σύνταξη ούτε λόγος να γίνεται. Η συνταξιοδότηση ήταν άγνωστος θεσμός.

karsanidis_1Η πληρωμή των δασκάλων γινόταν από το υποπροξενείο Καβάλας ή το προξενείο Σερρών κατά περίπτωση με την έκδοση αποδείξεων τις οποίες επικύρωνε ο Μητροπολίτης Δράμας. Σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμών που ανακαλύψαμε κατά τις επισκέψεις μας στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά και το χειρόγραφο απόσπασμα από τον Κώδικα Προσοτσάνης που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του γραφείου του διευθυντή του Α’ δημοτικού σχολείου Προσοτσάνης, στα σχολεία της κωμόπολης αυτής δίδαξαν οι εξής δάσκαλοι:

  1. Ν. Αθανασιάδης, κατά το σχολικό έτος 1890 – 1891. Ο μισθός του ήταν 15 οθωμανικές λίρες το χρόνο.
  2. Γεώργιος Τριανταφυλλίδης, κατά το σχολικό έτος 1889 – 1890 με ετήσιο μισθό 1.258 γρόσια.
  3. Αναστασία Αγγέλου, κατά σχολικά έτη 1889 – 1891 με μισθό δύο ετών 1.487 γρόσια.
  4. Κ. Παπα-Κοσμάς, κατά το σχολικό έτος 1891 – 1892 με μισθό 4.104 γρόσια.
  5. Ευαγγέλου, κατά το σχολικό έτος 1891 – 1892 με μισθό 2.808 γρόσια.
  6. Αικατ. Χριστίδου, κατά το σχολικό έτος 1891 – 1892 με μισθό 2.376 γρόσια.
  7. Ν. Στεργίου, κατά το σχολικό έτος 1897 με ετήσιο μισθό 3.240 γρόσια.
  8. Β. Ευαγγέλου, κατά το σχολικό έτος 1897 με ετήσιο μισθό 2.700 γρόσια.
  9. Μ. Αποστολίδου, κατά το σχολικό έτος 1898 – 1899 με ετήσιο μισθό 1.944 γρόσια.
  10. Μενέλαος Αποστολίδης, κατά το σχολικό έτος 1898 – 1899 με μισθό για την Γ’ τετραμηνία 6,66 λίρες οθωμανικές.
  11. Θωμάς Κ. Ζαχόπουλος, κατά το σχολικό έτος 1898 – 1899 με μισθό για την Γ’ τετραμηνία 6,66 λίρες οθωμανικές.
  12. Ευάγγελος Αγγέλου, κατά το σχολικό έτος 1898 – 1899 με μισθό για την Γ’ τετραμηνία 6,66 λίρες οθωμανικές.

Σημείωση: Η τουρκική (οθωμανική) λίρα: Νόμισμα διαιρούμενο σε 100 γρόσια των σαράντα παράδων έκαστο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα το 19ο αιώνα και μέχρι το 1914 η τουρκική λίρα ισοδυναμούσε με 23 περίπου δραχμές.

altΟι μισθοί των δασκάλων των σχολείων της Προσοτσάνης είχαν μία διακύμανση ανάλογη με τα οικονομικά της κοινότητας και, βέβαια, ανάλογη με τα προσόντα, την ειδικότητα και το φύλο. Τα ποσά αυτά δεν ήταν ποτέ σταθερά και το ύψος τους ήταν πάντοτε σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυνατότητες της Κοινότητας.

Σε ότι αφορά τώρα τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας των σχολείων, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, καλύπτονταν από διάφορες πηγές, όπως:

  • Από τα εισοδήματα της Κοινότητας, από προσωπικές εισφορές των κατοίκων και από δωρεές εντόπιων και αποδήμων ευεργετών.
  • Από την τοπική Εκκλησία. Ο Μητροπολίτης της τοπικής Εκκλησίας είχε το δικαίωμα να παραχωρήσει στο σχολείο τα έσοδα του ναού, ενισχύοντας σημαντικά τους οικονομικούς του πόρους. Απαραίτητη, βέβαια, προϋπόθεση της οικονομικής αυτής ενίσχυσης ήταν η αναγνώριση των σχολείων ως «Κοινών παιδευτηρίων» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
  • Τα υπόλοιπα ποσά καλύπτονταν από την «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας», αφού η Επιτροπή αυτή από το 1886 έως το 1910 φρόντιζε για την εφαρμογή στη Μακεδονία της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Σημειωτέον ότι κατά την περίοδο 1869 – 1886 την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Μακεδονία είχε ο «Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων».

Μέσα από την πλούσια αλληλογραφία του υπουργείου Εξωτερικών με τα Προξενεία μας στη Μακεδονία, μαθαίνουμε ακόμη ότι το Ελληνικό Κράτος παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον την εξέλιξη των ελληνικών σχολείων στις επαρχίες Δράμας και Ζιχνών, ενίσχυε ηθικά το έργο τους, υποστήριζε ποικιλότροπα τις ανάγκες τους, αναγνώριζε μερικά από τα γυμνάσιά τους σαν ισότιμα με εκείνα του ελεύθερου ελληνικού κράτους και βοηθούσε οικονομικά μέσω των ελληνικών προξενείων των Σερρών και Καβάλας. Στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, και συγκεκριμένα στο φάκελο «Επιχορηγήσεις των Ελληνικών Σχολείων». σχολικό έτος 1890 – 1891, υπάρχει Πίνακας με πολλά στοιχεία για τη συνδρομή υπέρ των σχολείων και παρθεναγωγείων στις επαρχίες Δράμας και Ζιχνών. Περιπτώσεις οικονομικής ενίσχυσης των σχολείων στις επαρχίες αυτές από το επίσημο ελληνικό κράτος δεν ήταν σπάνιες. Άλλωστε υπαγορεύονταν από το γενικότερο πνεύμα της εξωτερικής πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας, που στο έργο των σχολείων της Μακεδονίας γενικότερα εύρισκε τον καλύτερο εκφραστή της.

altΈτσι στον Πίνακα επιχορηγήσεων προς εκπαιδευτικούς σκοπούς κατά την Περιφέρεια του υποπροξενείου Καβάλας, για το σχολικό έτος 1890 – 1891, που υπέβαλε το υποπροξενείο Καβάλας προς την «Επιτροπήν προς ενίσχυσιν της Ελλην. Εκκλησίας και Παιδείας», η Προσοτσάνη συγκαταλέγεται στα επιχορηγούμενα χωριά και κωμοπόλεις της επαρχίας Δράμας. Σχολιάζουμε βέβαια το γεγονός ότι το χρηματικό ποσό που διατίθεται για το σχολείο Προσοτσάνης (15 λίρες οθωμανικές) είναι σχετικά υψηλό σε σύγκριση με όσα διατίθενται για τα άλλα χωριά του καζά Δράμας και της Μακεδονίας γενικότερα.

Στην εξεταζόμενη περίοδο οι χορηγήσεις από το ελληνικό Κράτος προς τις ελληνορθόδοξες κοινότητες του καζά Δράμας είναι αισθητά μειωμένες την περίοδο 1887 – 1897, ενώ από το 1900 και μετά έχουμε άνοδο του επιπέδου των επιχορηγήσεων, η οποία θα καμφθεί το 1904 με την απαρχή του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα, για να συνεχισθεί με αύξηση των εκπαιδευτικών χορηγημάτων στα σχολεία μετά το 1908.

Από τα στοιχεία που δίνουν οι πίνακες και οι προξενικές εκθέσεις εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι ο Ελληνισμός παρουσιαζόταν περισσότερο ενεργητικός εκεί όπου είχε να αντιμετωπίσει και την πιο ισχυρή βουλγαρική προπαγάνδα, όπου δηλαδή ο αγώνας ανάμεσα στους σχισματικούς και ορθοδόξους υπήρξε πολύ σκληρός, όπως στα σαντζάκια Δράμας (περιπτώσεις Προσοτσάνης, Ξηροποτάμου κ.α.), Μοναστηρίου και Σερρών.

Ανακεφαλαιώνοντας όσα πολύ συνοπτικά αναφέρθηκαν παραπάνω για τα σχολεία της Προσοτσάνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1867 – 1900), συμπεραίνουμε τα εξής: 1) Τα σχολεία της Προσοτσάνης ιδρύθηκαν και λειτούργησαν αποκλειστικά και μόνο χάρη στην πρωτοβουλία και το ζήλο των κατοίκων. 2) Στερούνταν των απαραίτητων οικονομικών πόρων, οι οποίοι θα καθιστούσαν δυνατή τη συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία τους. 3) Λειτουργούσαν με βάση ξεπερασμένα πρότυπα και απηρχαιωμένες μεθόδους, όπως συνέβαινε σε όλα σχεδόν τα πρωτοβάθμια σχολεία που αποτελούσαν τον κατώτερο κύκλο εκπαίδευσης. 4) Παρά τη ζοφερή εικόνα που μας δίνουν οι προξενικές αναφορές και οι αναλυτικές εκθέσεις για τα σχολεία Προσοτσάνης αλλά και για τα άλλα σχολεία του σαντζακιού Δράμας, παρά τη φτώχεια, τις ταπεινώσεις και τις διώξεις που υπέστησαν οι κάτοικοι για να απολέσουν τη θρησκεία και τη μητρική τους γλώσσα, οι κάτοικοι της Προσοτσάνης παρέμειναν πιστοί στις παραδόσεις τους. Εκτός από το πάθος των κατοίκων στις παραδόσεις και την πίστη τους για τη διατήρηση τη ελληνικής γλώσσας με τη λειτουργία των σχολείων τους, υπήρχε και άλλο ένα ισχυρότατο στοιχείο που τους ένωνε όλους σε μια εθνική κοινότητα: ήταν και ο βαθύς πόθος για την αποκατάσταση της ελευθερίας τους από τον τουρκικό ζυγό, που ακολούθησε ύστερα από πολλά χρόνια και έφερε την πολυπόθητη ελευθερία. Η αγάπη των κατοίκων στα γράμματα και η πίστη τους πως η πολιτική τους ελευθερία εξαρτάται από την μόρφωση των παιδιών τους, ενίσχυε την διάθεσή τους να ιδρύσουν σχολεία, να χτίσουν διδακτήρια αλλά και να θυσιάσουν από το υστέρημα τους για τη λειτουργία τους.

Δεύτερη περίοδος από το 1900 μέχρι το 1913

Η εξέλιξη της εκπαίδευσης στην Προσοτσάνη Δράμας υπήρξε ανάλογη με την πορεία ανάπτυξης της Εκπαίδευσης στις επαρχίες Δράμας και Ζιχνών και σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (1867-1900), η εκπαιδευτική κίνηση στην Προσοτσάνη φαίνεται, βάσει των προξενικών εγγράφων και τον Κώδικα του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου (στο εξής Κώδικας Προσοτσάνης), πως υπήρξε πολύ περιορισμένη. Η ανάκαμψη στον τομέα της εκπαίδευσης επέρχεται κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, καθώς οι κοινωνικό-οικονομικές αλλαγές που πραγματοποιούνται στη διάρκειά του δημιουργούν ένα ιδιαίτερο ευνοϊκό πλαίσιο για τον τομέα της εκπαίδευσης. Η πραγματική όμως προώθηση και ανάπτυξή της αρχίζει να σημειώνεται μόνο κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η μεγάλη αυτή χρονική καθυστέρηση στον τομέα της εκπαίδευσης στην Προσοτσάνη συγκριτικά με το παρελθόν της, αλλά και με άλλες κωμοπόλεις και χωριά της εκκλησιαστικής Περιφέρειας Δράμας και Ζιχνών οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

  1. Την απουσία λογίων από την Προσοτσάνη που διήρκεσε ως τις αρχές του 20ου αιώνα, γεγονός που αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στην πνευματική ανέλιξη της κωμόπολης.
  2. Την έλλειψη δασκάλων, της «νέας ζύμης» κατά τη ρήση του Κοραή σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο των μαθητών αποτελούσαν καθοριστικούς παράγοντες για τα διδασκόμενα μαθήματα.
  3. Ως το τέλος του 19ου αιώνα η εκπαίδευση με τη σημερινή της έννοια, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη στην Προσοτσάνη. Τίποτε άλλωστε δεν βοηθούσε προς την κατεύθυνση αυτή. Η καταπίεση του Τούρκου κατακτητή ήταν μόνιμο φαινόμενο και η φτώχεια αχώριστος σύντροφος των πολλών. Οι δυσκολίες, οι διωγμοί και οι καταπιέσεις που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι για πολλές δεκαετίες από τους Τούρκους συνεχίζουν να υφίστανται και μετά το αυτοκρατορικό διάταγμα Χάτι Χουμαγιούν (Hatti – Xumajun= λαμπρά γραφή) του 1856 που υποχρέωνε την Τουρκία να κάνει συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και να καθιερώσει πλήρη ισότητα στους χριστιανικούς πληθυσμούς ανεξαρτήτως φυλής ή θρησκεύματος. Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι «…οι Οθωμανοί επί συστήματος καταφέρονται κατά των Ελλήνων δασκάλων…», όταν μιλούν για ελευθερία και μαζί με το λαό είναι «οι τα πάνδεινα υποφέροντες, μεθ’ όλας τας διαβεβαιώσεις των τουρκικών αρχών περί ισότητος αυτών ενώπιον του νόμου με τους μουσουλμάνους». ( Α.Υ.Ε., φακ. 1867/78: 1, έγγρ. 132/6- 9- 1867 του υποπροξενείου Καβάλας προς το Υπουργείο Εξωτερικών).
  4. Η Ελληνική κοινότητα Προσοτσάνης αποτελούσε το δεύτερο κατά σειρά, μετά τους Τούρκους, δημογραφικό στοιχείο της κωμόπολης, η οποία το 1885 αριθμούσε 250 ΄Ελληνες και 1.250 Τούρκους κατοίκους, ενώ το 1910 – 1911, αριθμούσε 750 Έλληνες και 1.200 Τούρκους κατοίκους. Αυτό σε συνάρτηση με τους συν αναφερόμενους παράγοντες, δεν προσέδιδε στην ελληνική κοινότητα τη δυνατότητα δυναμικής παρουσίας και στον τομέα αυτόν.
  5. Η ελληνική κοινότητα δεν υπήρξε οικονομικά εύρωστη ακόμη και κατά τις περιόδους που στην κωμόπολη αναπτύχθηκε έντονη οικονομική – κυρίως εμπορική - δραστηριότητα, με εξαίρεση ένα μικρό αριθμό Ελλήνων εμπόρων, που κάνει την εμφάνισή του μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, παρέμεινε δε οικονομικά ασθενής σχεδόν έως τα τέλη του 19ου αιώνα, παράγοντας που δυσχέραινε τη σύσταση και συντήρηση σχολικών ιδρυμάτων.
  6. Μετά την εκδήλωση του βουλγαρικού σχίσματος το 1870 και ιδίως μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 εκδηλώθηκε έντονα και στην Προσοτσάνη από το 1871 η βουλγαρική προπαγάνδα. Με την απάτη, το χρηματισμό και κάτω από τις γνωστές τρομοκρατικές συνθήκες που δημιούργησε το βουλγαρικό κομιτάτο, προσχώρησε περιορισμένους αριθμούς κατοίκων στη βουλγαρική Εξαρχία. Οι περισσότεροι κάτοικοι παρέμειναν ακλόνητοι υπό την δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, εκτός βέβαια από τους μουσουλμάνους που παρέμειναν στην Προσοτσάνη. Τα γεγονότα αυτά αποτελούσαν ασφαλώς ανασταλτικό παράγοντα στην πνευματική ανέλιξη των κατοίκων και εμπόδιζαν τη σύσταση και συντήρηση ελληνικών εκπαιδευτηρίων.
  7. Το μικρό σχετικά παρελθόν – αναφορικά με την υπό εξέταση περίοδο - συνεχιζόμενης και σταδιακά αυξανόμενης οικονομικής ευημερίας της κωμόπολης και η χωρίς σοβαρές μεταπτώσεις οικονομική ανάκαμψη αρχίζει στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, γεγονός που είχε ανάλογες επιπτώσεις στην πνευματική ζωή και στην ίδρυση και λειτουργία των σχολείων.

altΈτσι, από το 1902 κυρίως αρχίζει ουσιαστικά η ανάπτυξη της εκπαίδευσης στην Προσοτσάνη η οποία είναι πραγματικά ραγδαία και στα άλλα χωριά και κωμοπόλεις της Μητρόπολης Δράμας και Ζιχνών. Μια μεγάλη μορφή δεσπόζει την περίοδο αυτή στη Μητρόπολη. Είναι ο μητροπολίτης Δράμας και Ζιχνών Χρυσόστομος (1902 – 1910) που έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης και διοργάνωσε μία εκπαιδευτική κίνηση ώστε αυτή μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα να καρποφορήσει και να δώσει τους καρπούς στην τουρκοκρατούμενη αυτή περιοχή της Μακεδονικής γης. Κατά το οκταετές συνολικά διάστημα της εκκλησιαστικής υπηρεσίας του στη Δράμα ανεγείρει σχολεία, οικοτροφεία και άλλα αγαθοεργά ιδρύματα, ιδρύει φιλόπτωχες αδελφότητες, αναγνωστήρια και μουσικούς συλλόγους. Σχολεία, ναούς, γυμναστήρια, ορφανοτροφεία και άλλα ιδρύματα ευποιίας θα δημιουργήσει ο Χρυσόστομος σε όλες σχεδόν της πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της επαρχίας του.

Στην Προσοτσάνη, όπου «διεξάγεται οξύς φυλετικός αγών» ανάμεσα στους σχισματικούς και ορθοδόξους, η λειτουργία ελληνικών σχολείων την εποχή αυτή των σκληρών εθνικών αγώνων αποτελούσε το μοναδικό ισχυρό έρεισμα για την αναχαίτιση των ξένων προπαγανδών, ιδιαίτερα στην περιοχή αυτή, για την οποία γνωρίζουμε ότι ο σλαβόφωνος πληθυσμός της ήταν στην πλειονότητά του πατριαρχικός.

Αυτό προκύπτει από επιστολή του μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου που απευθύνει στις 20 Ιουνίου 1903 προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στην οποία αναφέρει ότι «…εν Προσωτσάνη ήρξαντο προσερχόμενοι εις τους κόλπους της Ορθοδοξίας οι σχισματικοί». Και ο Χρυσόστομος καταλήγει στην επιστολή του με τα εξής: «Το γενικώς ευάρεστων διά την Προσωτσάνην είνε ότι οι ημέτεροι νυν είνε υπερδιπλάσιοι και σχεδόν ειπείν τριπλάσιοι των αντικειμένων». Η μεγάλη αυτή αύξηση του ελληνικού πληθυσμού, οφείλεται στην καπνοκαλλιέργεια που άρχισε να αναπτύσσεται από τα μέσα του 19ου αιώνα. Το εμπόριο του καπνού και του βαμβακιού έλαβε μεγάλες διαστάσεις στα επόμενα χρόνια. Η καλλιέργεια ιδίως του καπνού δημιούργησε τις προϋποθέσεις και τα κίνητρα για τη μόνιμη εγκατάσταση εργατών στη φτωχή μέχρι τότε κωμόπολη.

Η Προσοτσάνη εκτός από διοικητικό κέντρο (έδρα Μουδίρη= υπό έπαρχου) ήταν και σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο με 3.741 κατοίκους σύμφωνα με την πατριαρχική στατιστική και 3.750 σύμφωνα με την Εξαρχική. Οι οικονομική και πολιτιστική της ανάπτυξη οφείλετο κυρίως και στο γεγονός ότι από εκεί διήρχετο ο δρόμος Καβάλας – Δράμας – Νευροκοπίου. Η κωμόπολη αυτή που θεωρείται από τον περιηγητή Ν. Ιγγλέση ένα από τα τέσσερα κυριότερα καπνοπαραγωγικά κέντρα της επαρχίας Δράμας, παράγει 200.000 οκάδες καπνού το χρόνο. Αναμφισβήτητα η κωμόπολη αυτή ήταν και «ένα από τα χωριά της περιοχής με την καλύτερη ποιότητα καπνού που έφερε την ονομασία στα τουρκικά «Bashi – Bagli: Μπασή Μπαγλή».

Η οικονομική και πνευματική ανάκαμψη που παρατηρείται την περίοδο αυτή στον ελληνικό πληθυσμό, δημιούργησε τις προϋποθέσεις που εξασφάλισαν, όχι μόνο την ίδρυση και λειτουργία μεγάλου αριθμού ελληνικών σχολείων αλλά και την ανέγερση «καταλλήλων και ευπρεπών εκπαιδευτικών καταστημάτων». Σε μια μικρή κωμόπολη όπως η Προσοτσάνη που ήταν έδρα Τούρκου Μουδίρη με ελληνικό πληθυσμό 750 κατοίκους, το 1910, και 2.076 Τούρκους δεν θα περίμενε βέβαια κανείς να ανεγερθούν και να λειτουργήσουν από τα σημαντικότερα ελληνικά σχολεία της περιόδου της Τουρκοκρατίας με την επωνυμία μάλιστα «Εκπαιδευτήρια Προσωτσάνης (1907 – 1909)». Οι πρώτες πληροφορίες που είναι αρκετά διαφωτιστικές για το ιστορικό ανέγερσης των νέων εκπαιδευτηρίων Προσοτσάνης μιλούν για την κατεδάφιση του παλιού και ετοιμόρροπου σχολικού κτηρίου, που θεωρήθηκε ακατάλληλο και ανθυγιεινό και στη θέση του κτίστηκαν τα νέα Εκπαιδευτήρια με τη συνεργασία Εκκλησίας και Κοινότητας. Ευτυχώς, όπως γράφει στην ετήσια έκθεσή του ο γενικός επιθεωρητής των Ελληνικών Σχολείων Μακεδονίας Δημ. Σάρρος, «εξεδόθη το σχετικόν φιρμάνιον και ελήφθη παρά των αρμοδίων η απόφασις προς ανέγερσιν των νέων διδακτηρίων» για τα οποία η κοινότητα θα συνεισφέρει 200 λίρες οθωμανικές, ήτοι 100 σε μετρητά και 100 σε οικοδομήσιμο υλικό από τα παλαιά. Το δυσάρεστο είναι, συνεχίζει στην έκθεσή του ο γενικός επιθεωρητής, ότι το νέο σχολείο θα κτισθεί στον ίδιο όχι και πολύ ευρύχωρο τόπο όπου βρίσκονται «και τα βουλγαρικά σχολεία και ο αδιανέμητος κοινός περίβολος». Παρ’ όλα αυτά τα νέα Εκπαιδευτήρια Προσοτσάνης σηματοδοτούν την απαρχή μιας συστηματικής προσπάθειας για την ανάπτυξη της παιδείας και επιπλέον αναδεικνύονται στη συνέχεια σε αξιόλογα εκπαιδευτικά καθιδρύματα που συνέβαλαν αποφασιστικά στην πνευματική αναγέννηση του τόπου.

Την πρωτοβουλία για την ανέγερση των Εκπαιδευτηρίων είχε, όπως και σε άλλες κωμοπόλεις και χωριά της Μητρόπολής του, «ο δραστηριότατος και ευφυής Μητροπολίτης Χρυσόστομος μετά των διακόνων του, τις διευθύνσεις των σχολείων και τα κοινοτικά σωματεία».

Ο Χρυσόστομος που εγκαταστάθηκε στη Δράμα το 1902 και του οποίου η ευαισθησία στα εθνικά θέματα γενικότερα και κυρίως σ’ αυτά της παιδείας ήταν πολύ μεγάλη, βοήθησε πολύ τους Προσοτσανιώτες προς την κατεύθυνση της ακόμη μεγαλύτερης αναβάθμισης των σχολείων τους. Γνώριζε πολύ καλά ότι το μόνο όπλο την εποχή εκείνη για την αποτελεσματική καταπολέμηση της ολοένα αυξανόμενης βουλγαρικής προπαγάνδας ήταν το σχολείο. Ο Χρυσόστομος πίστευε ότι η παιδεία θα φέρει την ελευθερία και θα βελτιώσει το πνευματικό επίπεδο των σκλαβωμένων κατοίκων. Με επισκέψεις του στην Προσοτσάνη αλλά και σ’ όλα τα χωριά και τις κωμοπόλεις προτρέπει όλους τους κατοίκους να ιδρύσουν σχολεία για τη μόρφωση των παιδιών τους. Δε φείδεται κόπων και προσωπικής οικονομικής συνεισφοράς. Είναι γνωστή, εξάλλου, η παροιμιώδης αφιλοχρηματία του και η πίστη στο θρίαμβο του Έθνους. Προεδρεύει στη σύσκεψη προκρίτων της Προσοτσάνης, όπου αποφασίζεται η ανέγερση νέου διδακτηρίου σε αντιπερισπασμό της αυξανόμενης βουλγαρικής προπαγάνδας, από την οποία υπέφερε η περιοχή. ( Α.Υ.Ε., φακ. 1904/49 έγγραφο 261/22- 3- 1904) κατοίκων Προσοτσάνης προς το Υπουργείο Εξωτερικών μέσω του υποπροξενείου Καβάλας. Πρωτοστατεί στη συγκρότηση Επιτροπής για την ανέγερση των νέων Εκπαιδευτηρίων. Η Επιτροπή απευθύνεται με επιστολές στα ελληνικά προξενεία, στις μητροπόλεις, σε ομάδες του Εθνικού Μακεδονικού Αγώνα, σε κληροδοτήματα, όπως αυτό του Επιμελητηρίου Μελά και βρίσκει ανταπόκριση στις προσπάθειές της.

Από πρωτογενές αρχειακό υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας, προκύπτει ότι το Επιμελητήριο Μελά στην Αθήνα, ενέκρινε το 1906 για τα εκπαιδευτήρια Προσοτσάνης 600 λίρες οθωμανικές και 1.500 για τα εκπαιδευτήρια Δράμας, με υπόσχεση για επιπλέον επίδομα για τα επόμενα τρία χρόνια σε επείγουσες ανάγκες. Μεγάλο όμως μέρος των δαπανών αντλήθηκαν από προαιρετικές εισφορές κατοίκων της Προσοτσάνης και από ενοίκια ακίνητης περιουσίας της Κοινότητας.

Στις πληροφορίες που έχουμε για το ιστορικό της ανέγερσης των εκπαιδευτηρίων έρχεται να προστεθεί και άλλο πρωτογενές αρχειακό υλικό, που έχουμε από τον Κώδικα της Προσοτσάνης. το χειρόγραφο απόσπασμα του Κώδικα Προσοτσάνης (1890 – 1908) περιλαμβάνει πλην των άλλων, πρακτικά συνελεύσεων της Δημογεροντίας και της Κοινότητας, που αναφέρονται στο υπό ανέγερση σχολείο. Έτσι, στις 19 Σεπτεμβρίου 1904, καταγράφεται η επίσκεψη στην Προσοτσάνη του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου, όπου μετά τη Λειτουργία «συνεκαλεσάμεθα τους τιμιωτάτους προκρίτους και Χριστιανούς Ορθοδόξους και εν τη αιθούση της Σχολής και ιδιαιτέρως εν τη κατοικία ημών και εν πρώτοις εθεωρήσαμεν τους λ/σμούς της Εκκλησίας και των Σχολών και ευρόντες αυτούς εν πάση τάξει και ακριβεία κατεχωρήσαμεν εν τω παρόντι Κώδικι απομείναντες δε τοις εργασθέσι δίκαια έπαινον και τας ευχαριστίας της τε Κοινότητας και ημών διά τον ζήλον και την ευσυνειδησίαν μεθ’ ης ειργάσθησαν, προέβημεν είτα εις την εκλογήν Εφοροεπιτροπής».

Για το κτήριο του νέου σχολείου γίνεται αναφορά στα πρακτικά τριών συνεδριάσεων. Σε δύο από αυτές ήταν παρών ο Χρυσόστομος, ενώ η μία έγινε με την παρουσία αντιπροσώπου του, λόγω της προσωρινής απομάκρυνσής του από τη Δράμα.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1906, ημέρα εορτής της Ύψωσης Τιμίου Σταυρού, επισκέπτεται και πάλι ο Χρυσόστομος την Προσοτσάνη. Αμέσως μετά τη Λειτουργία πραγματοποιήθηκε συνέλευση της Κοινότητας υπό την Προεδρία του και αποφασίστηκε «… ίνα εισπραχθή και παρά των μελών της Κοινότητας ικανόν χρήμα ούτως ώστε το Σχολείον μας να εγερθή λαμποκοπούν εκ του κάλλους και καλλιλαμπές και καλλιμάρμαρον προς σέμνωμα και αγλάϊσμα και δόξα των Ορθοδόξων Ελλήνων προς καταισχύνην δε των τυφλωθέντων εις το φως του Ελληνικού Πολιτισμού και της αληθείας της ορθοδόξου ημών πίστεως». Στη συνέλευση αυτή που έγινε στην οικία του Κων/νου Κατσιγιάννη και συμμετείχαν οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες, συγκεντρώθηκαν απ’ αυτούς 90 λίρες οθωμανικές και προτάθηκε «… ίνα ριφθή και έρανος δέκα παράδων επί εκάστης οκάς καπνού επί της εφετεινής εσοδείας, ίνα εκ των εισπράξεων τούτων, αίτινες υπολογίζονται εις διακοσίας λίρας ετησίως κατασκευασθώσι κοινοτικά προσοδοφόρα κτήματα χάριν της προόδου και έως τα βελτίω τελειοποιήσεως των Σχολών και λοιπών ιερών καθιδρυμάτων της Κοινότητας». ( Κώδικας Προσοτσάνης, Πρακτικό της 14ης Σεπτεμβρίου 1906, σελ.25).

Στο έργο της ανέγερσης του διδακτηρίου «… συνετέλεσαν τα μέγιστα και η προσωπική εργασία των κατοίκων ως και η εις χρήμα προσφορά αυτών».

Μετά από ένα χρόνο και τρεις μήνες, οι εργασίες είχαν προχωρήσει αρκετά και στις 27 Δεκεμβρίου 1907, έγινε συνέλευση στην οποία προήδρευσε ο αντιπρόσωπος του Χρυσοστόμου, ο μητροπολίτης Βάρνης Νεόφυτος Κοτζαμανίδης που τοποθετήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Τοποτηρητής στη Μητρόπολη Δράμας, κατά το χρονικό διάστημα της πρώτης εξορίας του Χρυσοστόμου από 30 Αυγούστου 1907 έως 17 Αυγούστου 1908. Στη συνέλευση αποφασίστηκε με προθυμία από τους κατοίκους η είσπραξη ποσοστού επί της εσοδείας του καπνού για δεύτερη χρονιά.

altΤο τελευταίο πρακτικό του Κώδικα που συντάχθηκε στις 31 Αυγούστου 1908, επικυρώνεται από τον Χρυσόστομο, ο οποίος επανήλθε από την εξορία στη Μητρόπολή του από τη οποία «είχε αποπεμφθεί βιαίως, εκ μέρους των Τούρκων, εκ της Μητροπόλεώς του!». Το διδακτήριο ολοκληρώθηκε το 1909 και άρχισε να λειτουργεί μετά από την πανηγυρική τελετή των εγκαινίων. Στο διδακτήριο στεγάστηκαν τα δύο σχολεία, δηλαδή η Αστική Σχολή Αρρένων και το παρθεναγωγείο και το καθένα κατέλαβε από έναν όροφο, χωρίς εσωτερική επικοινωνία. Το ιστορικό αυτό διδακτήριο, που διασώζεται σήμερα, αποτελεί το αποτέλεσμα προσπαθειών των κατοίκων της Προσοτσάνης σε μια ιδιαίτερη δύσκολη χρονική περίοδο. Ταυτίζεται ακόμη με την προσωπικότητα του μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου, ο οποίος συνδύαζε και ισορροπούσε ανάμεσα σε δράσεις που αφορούσαν τόσο την προώθηση των ελληνικών γραμμάτων όσο και την οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα.

Το διδακτικό προσωπικό που υπηρέτησε το 1906 στα σχολεία Προσοτσάνης, καθώς και οι μαθητές που φοίτησαν σ’ αυτά.

altΣύμφωνα με την ανέκδοτη έκθεση του γενικού επιθεωρητή των Ελληνικών Σχολείων Μακεδονίας Δημητρίου Μ. Σάρρου (1869 – 1938), στα σχολεία Προσοτσάνης υπηρέτησαν, το 1906, οι εξής δάσκαλοι και δασκάλες:

  1. Βασίλειος Πασχαλίδης διευθύνων από το Ροδολίβος διδάσκει από 18 ετών, ο οποίος «γινώσκει μεν γράμματα, αλλά φαίνεται πολύ νωθρός και όλος ακατάλληλος διά την διεύθυνσιν αστικής σχολής τοιαύτης μάλιστα κοινότητας».
  2. Βασίλειος Βουλτσιάδης, τελειόφοιτος Γυμνασίου Σερρών, εντόπιος, διδάσκει για δεύτερη χρονιά «φιλοτίμως και έχει πολλάς συμπαθείας εν τω τόπω, ένθα η οικογένειά του εκ των πρώτων».
  3. Νικόλαος Αστεριάδης, εντόπιος, τελειόφοιτος του Γυμνασίου Σερρών, διδάσκει από 16 ετών και η επίδοσή του στο σχολείο είναι καλή.
  4. Κωσταντίνος Π. Καλαϊτζής, από την Πετρούσα, τελειόφοιτος του παλαιού Διδασκαλείου Θεσσαλονίκης, διδάσκει από 15 ετών. Έχει ζήλο στο έργο του και ικανή πείρα. Φαίνεται δε ότι «δεν μεθύει πλεόν».
  5. Η έμπειρη διδασκάλισσα Άννα Πατραμάνη από τις Σέρρες και
  6. Η νηπιαγωγός Ελισάβετ Μέλφου από τις Σέρρες εργάζονται αρμονικά.

Τέλος, ο γενικός επιθεωρητής στην ανέκδοτη έκθεσή του αναφέρει ακόμη ότι είναι ανάγκη να διοριστεί τη χρονιά αυτή άλλος κατάλληλος διευθυντής και να αντικατασταθεί, αν είναι δυνατό, «η πρωτόπειρος, αλλά σεμνή άλλως νηπιαγωγώς διά φρεβολιανής*».

Από την έκθεση μαθαίνουμε ακόμη ότι τη χρονιά 1906 γράφτηκαν συνολικά 170 μαθητές και μαθήτριες. Αναλυτικά στο εξατάξιο αρρεναγωγείο 76 μαθητές, στο τριτάξιο παρθεναγωγείο 24 μαθήτριες, ενώ στο νηπιαγωγείο 70 νήπια. Η πρόοδος, η φιλοτιμία μαθητών και δασκάλων, σημειώνεται στην έκθεση ικανή. Στο αρρεναγωγείο «άλλοτε είχον και 7ην τάξιν», η οποία τη χρονιά αυτή καταργήθηκε λόγω έλλειψης κατάλληλου διευθυντή.** Η Σχολική Εφορεία ζητά την προσθήκη της τάξης αυτής κατά το επόμενο έτος. Στην έκθεσή του ο Δημ. Σάρρος αναφέρει ακόμη ότι «εν Προσωτσιάνη λειτουργεί επωφελώς και “Φιλόπτωχος ελληνική αδελφότης”».

Σύμφωνα με την έκθεση οι Βούλγαροι έχουν γύρω στους 80 μαθητές, από τους οποίους πολλοί έρχονται από τα γειτονικά χωριά και μάλιστα από την Καρλίκοβα (Μικρόπολη), 4 διδασκάλους, 2 διδασκάλισσες, ιερείς 2 και ένα παρεκκλήσι «παρά την ημετέραν εκκλησίαν».

Πρόκριτοι σύμφωνα πάντα με την έκθεση είναι οι εξής: 1) Λεωνίδας Βουλτσιάδης, 2) Κώστας Ράε, 3) Κωσταντίνος Νάστου, 4) Δημήτριος Αναστασίου, 5) Λεωνίδας Στωϊμένης, προεστός, 6) ιατρός Μελισσός Σερραίος, 7) ιατρός Βλάχος Ηπειρώτης, πρόεδρος της αδελφότητας, 8) Καραγιάννης Ηπειρώτης, ξενοδόχος, 9) ο δε Αβραάμ Δημητρίου Τσαλίκης «ενθουσιώδες παλληκάρι με συνοδεύει πανταχού κατά την περιοδείαν μου», γράφει στην έκθεσή του ο γενικός επιθεωρητής.

Τέλος, τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα κατά το σχολικό έτος 1910 – 1911 η Προσοτσάνη είχε: α) Εξατάξιο σχολείο αρρένων στο οποίο διδάσκονταν 115 μαθητές από 4 δασκάλους και β) Τετρατάξιο σχολείο θηλέων με οικοτροφείο, στο οποίο διδάσκονταν 179 μαθήτριες και νήπια μαζί από 3 δασκάλες, ιερείς δε δύο.

Συμπέρασμα: Απ’ όλα όσα εκτέθηκαν τόσο στην πρώτη περίοδο (1867 – 1900) όσο και στη δεύτερη (1900 – 1913) περίοδο της Τουρκοκρατίας, προκύπτει ότι η εκπαιδευτική δραστηριότητα και στην Προσοτσάνη ήταν συνδεδεμένη με την Εκκλησία. Οι εκάστοτε μητροπολίτες έδωσαν μεγάλα δείγματα ενδιαφέροντος για την εκπαίδευση της νεολαίας της τουρκοκρατούμενης Προσοτσάνης. Ότι πέτυχαν οι μητροπολίτες της Δράμας σχετικά με την εκπαίδευση ήταν πραγματικά γενναίο. Η συμβολή τους στην παιδεία του λαού και του Έθνους ήταν πρωταγωνιστική. Πρόσφεραν τις άμεσες, στοιχειώδεις γνώσεις και έγιναν αρωγοί και στηρίγματα του λαού της Προσοτσάνης και των επαρχιών Δράμας και Ζιχνών γενικότερα.

 

 

* Φρεβολιανή αποκαλούσαν τη νηπιαγωγό που εφάρμοζε στο νηπιαγωγείο το παιδαγωγικό σύστημα Frobel. Ο Φρειδερίκος Frobel ( 1782 – 1852 ) θεωρείται ο ιδρυτής των νηπιαγωγείων, τα οποία ο ίδιος ονόμασε παιδικούς σταθμούς (Kindergorten). Βασική αρχή των παιδικών κήπων (σταθμών) κατά τον μεταρρυθμιστή παιδαγωγό Frobel είναι το παιγνίδι του παιδιού, που περιλαμβάνει ένα υλικό από σφαίρες, κύβους, κυλίνδρους, τρίγωνα, τετράγωνα, ορθογώνια, ξυλάκια, πλακίδια και κατασκευές κ.α. Τελικός σκοπός της παιδαγωγικής του Frobel είναι η ενίσχυση της γνώσης του παιδιού μέσα από το παιχνίδι, το οποίο θεωρείται το κύριο παιδαγωγικό μέσο εργασίας το νηπιαγωγείο. Το Φρεβολιανό σύστημα εισήγαγε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1880, η παιδαγωγός Αικατερίνη Λασκαρίδου (1842 – 1916).

** Από τον Κώδικα της Προσοτσάνης (1890 – 1908) μπορεί κανείς να αντλήσει, πλην των άλλων, πολλές ακόμη πληροφορίες για τους διευθυντές και δασκάλους που υπηρέτησαν στα σχολεία της Προσοτσάνης, καθώς επίσης και για τους μισθούς τους.

 

 
Radio ΗΩΣ


Ανοίξτε τον player σε νέο παράθυρο
(για καλύτερη ακρόαση)

Εδώ ακούτε μόνο παραδοσιακή μουσική!

Που βρίσκεται η Προσοτσάνη
greece_brown_glass


alt

Αποκτήστε το Βιβλίο Ημερολόγιο του Συλλόγου


stamps

Αποκτήστε τα συλλεκτικά γραμματόσημα του Συλλόγου

youtubelogo
κλικ εδώ για video


facebook