Greek Albanian Bulgarian Czech Dutch English Estonian Finnish French German Icelandic Irish Italian Norwegian Portuguese Russian Slovenian Spanish Swedish Turkish
Εφημερίδα ΗΩΣ
Είσοδος μελών



  

Επισκέπτες
Έχουμε 16 επισκέπτες συνδεδεμένους

ΦΥΓΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗ ΤΟ 1913

Του Δημητρίου Πασχαλίδη

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΧΡΟΝΙΚΑ» της Δράμας στις 27-28 & 29/6/1995)

 Κατά τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο, όταν ο βουλγαρικός στρατός, ως σύμμαχος του ελληνικού, κατέλαβε στις 23 Οκτωβρίου 1912 την περιοχή της Δράμας διώχνοντας τον τουρκικό στρατό που την κατείχε από το 1373, αρκετοί βούλγαροι ή βουλγαρίζοντεςΠροσοτσανιώτες συμμετείχαν ενεργά στο βουλγαρικό κομιτάτο του ΤεοντόρΠανίτσα που έδρασε ανθελληνικά. Έτσι, κατά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο με την απελευθέρωση της Δράμας και της περιοχής της την 1η Ιουλίου 1913 από τον ελληνικό στρατό, πολλοί από τους βουλγαρίζοντεςΠροσοτσανιώτες, φοβούμενοι ελληνική αντεκδίκηση, ακολούθησαν με τις οικογένειές τους τον αποχωρούντα βουλγαρικό στρατό κι εγκαταστάθηκαν στο Άνω Νευροκόπι (ΓκότσεΝτέλτσεφ) της Βουλγαρίας.

Πόσοι ακριβώς ήταν αυτοί δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Ο Γ. Βουλτσιάδης στο βιβλίο του «Η Προσωτσάνη μέσα από την Ιστορία» (σελ. 197-198) εξηγώντας την αναίμακτη υποχώρηση των Βουλγάρων από την Προσοτσάνη μεταξύ άλλων λόγων γράφει: «Το σπουδαιότερο όλων όμως είναι ο φόβος των αντιποίνων. Αφήνουν πίσω 100 σχηματικές οικογένειες μέσα στην Προσοτσάνη, από τις οποίες οι μισές είναι καθαρά βουλγαρικές. Ξέρουν καλά ότι από αυτούς δε θα μείνει ούτε ένας, αν προβούν πρώτοι σε ωμότητες. Πρέπει να τους πάρουν μαζί τους, τόσο αυτούς όσο και όλους τους άλλους της γύρω περιοχής, και για κάτι τέτοιο δεν είναι έτοιμοι, ούτε και έχουν τον ανάλογο χρόνο. Αλλά και αν τους πάρουν, σκέφτονται ότι θα αποψιλώσουν την περιοχή από ερείσματα πληθυσμιακά δικά τους και τότε τι θα κάνουν στην περίπτωση των διπλωματικών παζαρεμάτων για την τελική διευθέτηση του προβλήματος μετά την παύση των εχθροπραξιών;» Σ’ άλλο σημείο (σελ. 200) γράφει: «Εν τω μεταξύ ο βούλγαρος παπάς που λειτουργούσε στη νεόκτιστη εκκλησία των Βουλγάρων δεν ήταν Προσοτσανιώτης κι έφυγε με λίγους άλλους Βουλγάρους της Προσοτσάνης την Κυριακή το βράδυ (της 1η Ιουλίου 1913)».

Στις 28 Ιουλίου 1913 υπογράφηκε η συνθήκη του Βουκουρεστίου με την οποία επιδικαζόταν η Ανατ. Μακεδονία στην Ελλάδα, ενώ το Άνω Νευροκόπι, το Μελένικο, η Ξάνθη, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη κ.α. στη Βουλγαρία. Έτσι, πολλοί Έλληνες έφυγαν από τα μέρη αυτά και ήρθαν στην Ανατ. Μακεδονία. Αρκετοί απ’ αυτούς εγκαταστάθηκαν στην Προσοτσάνη και μάλιστα στα σπίτια των Βουλγάρων φυγάδων.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1913, άρχισαν να επιστρέφουν από τη Βουλγαρία οι οικογένειες των φυγάδων. Οι Έλληνες κάτοικοι της Προσοτσάνης αντέδρασαν με πολλούς τρόπους στη νέα κατάσταση πραγμάτων που άρχισε να δημιουργείται. Έκφραση αυτής της αντίδραση είναι και οι δύο έγγραφες διαμαρτυρίες τους προς τον τότε Νομάρχη Δράμας Αλή Μπέη ΝαήπΖαδέ.

Σήμερα ίσως ξενίζει το γεγονός, ότι μετά την απελευθέρωση της Ανατ. Μακεδονίας κατά το 1913, η κυβέρνηση του Βενιζέλου διόρισε πρώτο Νομάρχη Δράμας-Καβάλας με έδρα τη Δράμα (τότε στο Ν. Δράμας συμπεριλαμβάνονταν και οι περιοχές Ελευθερουπόλεως και Καβάλας) μουσουλμάνο και όχι Έλληνα. Ήταν μια απόφαση που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη διατήρησης λεπτών ισορροπιών που απαιτούσε η σταδιακή μετάβαση στην ελληνική διοίκηση της περιοχής, ύστερα από 540 χρόνια οθωμανικής διοίκησης (1373-1912) και 8 μήνες βουλγαρικής κατοχής (23 Οκτωβρίου 2012 - 30 Ιουνίου 1913), με δεδομένο μάλιστα το γεγονός ότι η αριθμητική υπεροχή των μουσουλμάνων στην περιοχή, ιδιαίτερα της Δράμας, ήταν συντριπτική.

Ο δραμινός μουσουλμάνος πρόκριτος Αλή Μπέης ΝαήπΖαδέ που ήταν θαυμαστής του Βενιζέλου και των αρχών του, διαδέχθηκε την «ΑνωτάτηνΔιοικητικήνΕπιτροπήν» που συγκροτήθηκε το βράδυ της 1ης Ιουλίου με πρόεδρο το μητροπολίτη Δράμας και Ζιχνών Αγαθάγγελο και μέλη αυτής τους θρησκευτικούς αρχηγούς μουσουλμάνων και ισραηλιτών και ορισμένους πρόκριτους. Η επιτροπή αυτή κάλυψε το κενό της εξουσίας που δημιουργήθηκε τις πρώτες μέρες μετά την απελευθέρωση. Η πολιτεία του Αλή Μπέη βοήθησε κατά τη μεταβατική περίοδο να δεχτούν, χωρίς πολλές διαμαρτυρίες οι ομόθρησκοί του, μια σειρά από επιβεβλημένες μεταρρυθμίσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Υπήρξε ο πρώτος Νομάρχης της ελληνικής διοίκησης και ο τελευταίος των Τούρκων που είδε το διοικητήριο της πόλης μας.

Στις αρχές Νοεμβρίου 1913, μετά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης μεταξύ Ελλάδας-Βουλγαρίας, οι Έλληνες έφεδροι στρατιώτες άρχισαν να αποστρατεύονται. Όπου έδρευε ελληνικός στρατός, για το χαρμόσυνο γεγονός της αποστράτευσής του γίνονταν διάφορες εκδηλώσεις.

Ο στρατιώτης των βαλκανικών πολέμων Ιωάννης Γκιολτσίδης από τη καταβόθρα Λακωνίας που υπηρετούσε στην Προσοτσάνη γράφει στο ημερολόγιό του που διασώθηκε, ότι την 1η Νοεμβρίου πληροφορήθηκαν πως υπογράφηκε η συνθήκη ειρήνης και κατέλαβε τους κατοίκους και τον στρατό μεγάλος ενθουσιασμός. Όλη η Προσοτσάνη ήταν στο πόδι. Συγκροτήθηκε παρέλαση και οργανώθηκε το βράδυ λαμπαδοφορία με προπομπό τους σαλπιγκτές και τη μουσική και ακολούθησαν οι κάτοικοι και στο τέλος ο στρατός.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1913, εκμεταλλευόμενοι πιθανόν τη συνθήκη ειρήνης, οι φυγάδες Προσοτσανιώτες,έστειλαν ως προπομπούς τα μέλη των οικογενειών τους και οι ίδιοι παρέμειναν στο Άνω Νευροκόπι αναμένοντας τις εδώ αντιδράσεις. Δε γνωρίζουμε αν η κίνησή τους αυτή προήλθε από δική τους επιθυμία να επιστρέψουν στην Ελλάδα εν μέσω βαρυχειμωνιάς ή ήταν ευρύτερο σχέδιο της βουλγαρικής διπλωματίας. Πάντως η εμφάνιση των Προσοτσανιωτών φυγάδων πέρα απ’ όλα τ’ άλλα δημιούργησε και προβλήματα πρακτικής υφής όπως προκύπτει από το παρακάτω έγγραφο (ανέκδοτα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, φάκελος 80/ βουλγαρικές κινήσεις 1913-14).

Περιεχόμενο εγγράφου:

«Βασίλειον της Ελλάδος

Δημαρχία Προσωτσιάνης

Αριθ. πρωτοκ. 74

Προς τον εξοχώτατον κύριο Νομάρχην Δράμας Αλή Βέην εις Δράμα.

Εν Προσωτσιάνη τη 6η Δεκεμβρίου 1913 (ελήφθη την 8η Δεκεμβρίου 1913).

Εξοχώτατε Κύριε

Λαμβάνομεν την τιμήν δια ταύτης μας να καταστήσωμεν γνωστά προς την υμετέρανεξοχώτητα τα εξής: Εντός δύο ή τριών ημερών από της σήμερον εκ διαλειμμάτων αφίκοντο ενταύθα εκ Βουλγαρίας πολλών των οικογενειών των ενταύθα φυγάδων Βουλγάρων απαρτιζόμεναι μόνον εκ γυναικών και ανηλίκων τέκνων των ανδρών μεινάντων εις το βουλγαρικόν έδαφος. Το πώς όμως επετράπη εις αυτάς η επάνοδος μάς είναι εντελώς άγνωστον. Τούτο μόνο σας γράφομεν ότι εκάστη οικογένεια εγκαταστάθη εις την ιδίαν της οικίαν.

Επειδή όμως κατ’ αίτησίν μας και συμφώνως της υπ’ αριθμόν 108/29 ημερομηνίας 1ης Αυγούστου υμετέρας εγγράφου εγκρίσεώς σας, εγκαταστήσαμεν εις τας οικίας αυτών πρόσφυγας εκ Γιουμουλτζίνης (Κομοτηνή), Ξάνθης και Νευροκοπίου και οίτινες εισέτι κατοικούσιν εις τας οικίας αυτάς, επί του ζητήματος τούτου απορούμεν τι πρέπει να γίνει. Να συγκατοικήσωσι αι φυγάδες Βουλγαρίδες μετά των προσφύγων Ελλήνων ή όχι; Δεν παραλείπωμεν δε κύριε Νομάρχα να σας αναφέρωμεν και τούτο ότι εις εκάστινοικίαν όπου εγκαταστάθησαν οι πρόσφυγες εκλείσαμεν και εσφραγίσαμεν από έν ή δύο δωμάτια ένθα φυλάττωνται τα εναπομείναντα πράγματα των Βουλγάρων, άτιναζητούσιν σήμερον να τα αποσφραγίσωμεν και να τα παραδώσωμεν. Παρακαλούσι δε και συγχρόνως και μετ’ ευχαριστήσεως αποδέχονται να συγκατοικήσωσι μετά των προσφύγων εις τα κενά δωμάτια χωρίς να ενοχλούσι τους πρόσφυγας. Όθεν αναμένωμεν την έγκρισιν της υμετέρας εξοχώτητος, να μας διατάξει τι πρέπει να πράξωμεν επί του απασχολούντος ημάς τούτου ζητήματος.

Τ.Σ. Ο Δήμαρχος

α/α ο Δημαρχών

Χατζηκωνσταν. Αθανασίου

Οι Πάρεδροι

ΧατζηλεωνίδαςΣτοϊμένου, Ιωάννης Δημητρίου

Ο Γραμματέας

Γεώργιος Στεργίου»

 

Μόλις εμφανίστηκαν οι πρώτες οικογένειες των Βουλγάρων φυγάδων, ανεξάρτητα από τις ενέργειες των δημαρχιακών αρχών, οι κάτοικοι της Προσοτσάνης αντέδρασαν με τον δικό τους τρόπο: Συνέταξαν στις 5-12-1913 αναφορά (υπόμνημα) προς τον Νομάρχη Δράμας την οποία υπογράφουν αντιπροσωπευτικά 74 Έλληνες πολίτες. Το υπόμνημα είναι πολυσέλιδο γι αυτό άλλωστε δεν μπορούμε να το δημοσιεύσουμε ολόκληρο. Έχει ύφος οξύ και διαπνέεται από έντονα αντιβουλγαρικά αισθήματα. Το μοναδικό αίτημα που προβάλουν οι υπογράφοντες, είναι η άμεση αποπομπή των φυγάδων. Δεν υιοθετούν και δε συζητούν καμία άλλη λύση για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Τονίζουν την ανθελληνική δραστηριότητα των φυγάδων. Τους κατηγορούν ιδιαίτερα, για τη συμμετοχή τους στα γεγονότα του Παγγαίου [i] και για τα εγκλήματα που διέπραξαν στα ελληνικά χωριά της περιοχής εκείνης, τον Μάιο του 1913.

Χωρίς, όπως γράφουν, να είναι μνησίκακοι ζητούν «την εφαρμογή του Νόμου της δικαιοσύνης». Θέτουν θέμα «γενικότερου εθνικού συμφέροντος και εθνικής ασφάλειας» και καθιστούν υπεύθυνη την ελληνική κυβέρνηση για ότι ήθελε προκύψει στο μέλλον. Το κείμενο γενικά κυριαρχείται από ένα διάχυτο φανατισμό. Φανατισμό δικαιολογημένο που απορρέει από την πολύχρονη και αιματηρή διαπάλη ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Προσοτσάνης: Την πολυπληθή ελληνική και την ολιγάριθμη βουλγαρική. Χρονολογείται από το 1870, με την αναγνώριση από τον Σουλτάνο της βουλγαρικής εξαρχίας και φτάνει μέχρι τα τελευταία χρόνια του μακεδονικού αγώνα και των βαλκανικών πολέμων.

Ωστόσο, ένας αντικειμενικός παρατηρητής του εγγράφου, μπορεί ακόμη να διακρίνει πίσω από την έκφραση του γνήσιου πατριωτισμού και κάποια προσπάθεια εξασφάλισης οικονομικών τοπικών συμφερόντων: ιδιοκτησία και εκμετάλλευση γης, ιδιοποίηση κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων κ.α. Η παρακάτω παράγραφος είναι ενδεικτική.

«…Εκτός αν ως έπαθλον του μισελληνισμού και των κακουργιών των απεφασίσθη να δοθή η εξασφάλισις και η καλλιέργεια των υποστατικών των και κατά συνέπεια η διατήρησις των οικογενειών των και αυτών των ιδίων προς άνετονκατάστρωσιν των καταχθονίων σχεδίων και συνέχισιν των ύβρεών των κατά του Ελληνισμού».

Οι συντάκτες του υπομνήματος μέχρι το τέλος επιμένουν στην πρότασή τους για αποπομπή των φυγάδων. Την τεκμηριώνουν με πρόσθετα στοιχεία και κλείνουν την αναφορά τους ως εξής: «Επί της αυτής δε ιδέας ερειδόμενοιθέλομενπροβή και εις άλλα δραστικώτερα μέτρα, εν περιπτώσει καθήν το διάβημά μας τούτο δεν θέλει ληφθή υπ’ όψιν. Δεν δυνάμεθα ν’ ανεχθώμεν τους Βουλγάρους, ενώ οι αδελφοί μας υποφέρουσι τα πάνδεινα παρά των ομογενών των. Έχοντες δι’ ελπίδος, ότι θέλει δοθή η προσήκουσα προσοχή και σημασία εις τα δια της παρούσης διατυπούμενα.

Διατελούμεν της Υμετ. Εξοχότητος πιστοί θεράποντες

Εν Προσωτσιάνη τη 5η Δεκεμβρίου 1913

Οι κάτοικοι:

Βασίλειος Αθανασίου

Δ. Ι. Νάκας

Αδάμ Αναστασίου

Νικόλαος Σταυρίδης

Ηλίας Γεωργίου

ΚώτσιοςΜποζίκης

Θεόδωρος Κούσιος

Χατζη Αναστάσιος Πέτρου

Βασίλειος Αναστασίου

Μιχαήλ Γ. Τριανταφυλλίδης

Στέργιος Ιωάννου

Αθανάσιος Βαγιώκας

Ν. Νάκας

Χρήστος Νάκας

Σιδέρης Γιουβανέζας

Βασίλειος Μαλαμίδης

ΚώτσιοςΓράτσιαλης

Κίτσιος Γ. Κων/τίνου

Αθ. Αγγέλου Καρέλας

Σταύρος Ιωάννου

Δημήτριος Νάκου

Κώτσιος Δημητρίου

Άγγελος Γ. Καλόφας

Δημήτριος Αβράαμ

Θωμάς Σεκερτζής

Περικλής Μαυρουδής

Γεώργιος Δημητρίου

Νικόλαος Γούσιου

Ιωάννης Αγγέλου

Μαυρουδής Δ. Μ.

Στέφος Χρ. Τουπαλνάκας

Δημήτριος Γεωργίου

Ηλίας Αθανασίου

Δημήτριος Καραγεωργίου

Άγγελος Καραγεωργίου

Ιωάννης Καραγεωργίου

Χατζή Γληγόρ

Ιωάννης Δημητρίου

ΚώτσιοςΔοσίου

Χρήστος Δημητρίου

Κωνσταντίνος Χριστοδούλου

Γρηγόριος Δημητρίου

Θεμιστοκλής Ιωάννου

Κωνσταντίνος Γ. Ράγιας

Δημήτριος Α. Σεκερτζής

Πασχάλης Βεργίδης

Αθανάσιος Ζιάπρος

Λεωνίδας Α. Μέρτζιου

Αλέξανδρος Αναστασίου

Νικόλαος Χ.Κων/τίνου

Δημήτριος Ν. Κατσιγιάννης

Στέργιος Δ. Γιουρούκης

Ιωάννης Κωνσταντίνου

Βασίλειος Δ. Μήτσας

Πολυχρόνιος Δ. Μήτσας

Ηλίας Παπάς Ιερ.

Αθανάσιος Χρίστου

Λεωνίδας Αγγέλου

Πέτρος Γ. Καλόφας

Ανέστης Ν. Κουνδουράς

Φωτάκης Γεωργίου

Κώτσιος Λάμπρου

Χριστακος Λάμπρου

Νικόλαος Αθανασίου

Βασίλειος Π. Ναλμπάντης

Πολυχρόνης Κ. Καραγιάννης

Αστυάναξ Γεωργίου

Στέργιος Ν. Λιάμης

Βασίλειος Ν. Λιάμης

Σταύρος Γεωργίου

Γεώργιος Δ. Διάτσος

Στέργιος Κωνσταντίνου

Ιωάννης Δ. Μήτσας

Κωνσταντίνος Δ. Μήτσας».

(Σημ.: Κατά τη μεταγραφή των ονομάτων δεν τηρήθηκε η ορθογραφία του καταλόγου. Αρκετοί χρησιμοποιούν, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, ως επώνυμο το πατρώνυμό τους. Μερικοί επίσης ήταν πρόσφυγες από την Ξάνθη και την Κομοτηνή, οι οποίοι μετά την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης τον Μάιο του 1920 επέστρεψαν στον τόπο τους).

 Με διαφορά μιας ημέρας έφτασαν στον Νομάρχη τα δύο έγγραφα, 8-12-1913 της Δημαρχίας και 9-12-1913 των κατοίκων της Προσοτσάνης. Δύο έγγραφα, δύο απόψεις. Το πρώτο, συνταγμένο με νηφαλιότητα, εξέθεσε το πρόβλημα με ρεαλισμό προσπαθώντας να εκμαιεύσει λύσεις μάλλον συμβιβαστικές και διπλωματικές. Το άλλο, απόλυτο και παρορμητικό, εξέφραζε την άποψη ενός πολύπαθου λαού που δεν ήθελε να ξανά πάθει όσα έπαθε. Το δίλημμα του Νομάρχη Δράμας και κατ’ επέκταση της τότε ελληνικής κυβέρνησης ήταν όντως μεγάλο. Κάθε επιλογή είχε τα θετικά και αρνητικά της επακόλουθα. Τελικά ποια λύση ακολουθήθηκε δεν γνωρίζουμε. Η έρευνά μας στο θέμα αυτό προσέκρουσε στην έλλειψη τεκμηριωμένων στοιχείων και μαρτυριών. Η περαιτέρω έρευνα στα αρχεία του ελληνικού και βουλγαρικού Υπουργείου των Εξωτερικών, θα βοηθήσει ασφαλώς τον μελλοντικό ερευνητή να εντοπίσει την ιστορική αλήθεια. Μια αλήθεια που αφορά όλους μας. Γιατί ολόκληρη η ιστορία μας δεν είναι το νεκρό παρελθόν αλλά το παρελθόν που ζει στο παρόν και επηρεάζει τα σημερινά μας προβλήματα (Σκοπιανό, ευρύτερα βαλκανικό και άλλα).

Οι δύο βουλγαρικές κατοχές που επακολούθησαν (1916-18) και (1941-44), καθώς και η Μικρασιατική καταστροφή, πέρα από τα άπειρα θύματά τους είχαν και ένα αποτέλεσμα: Κατέστησαν εκ των πραγμάτων αμιγώς ελληνικό τον πληθυσμό της περιοχής μας. Ας ευχηθούμε να μην υπάρξουν ποτέ πια άλλοι πρόσφυγες και φυγάδες.



[i] Από τις 9-5-1913 έως τις 12-5-1913 έγινε συμπλοκή ενός ελληνικού συντάγματος που προωθήθηκε στην περιοχή του Παγγαίου με δύο βουλγαρικά. Το επεισόδιο μετά την υποχώρηση των ελληνικών τμημάτων θεωρήθηκε λήξαν, αλλά οι Έλληνες κάτοικοι των χωριών του Παγγαίου υπέστησαν αντίποινα κυρίως από τους Βουλγάρους Κομιτατζήδες.

 
Radio ΗΩΣ


Ανοίξτε τον player σε νέο παράθυρο
(για καλύτερη ακρόαση)

Εδώ ακούτε μόνο παραδοσιακή μουσική!

Που βρίσκεται η Προσοτσάνη
greece_brown_glass


alt

Αποκτήστε το Βιβλίο Ημερολόγιο του Συλλόγου


stamps

Αποκτήστε τα συλλεκτικά γραμματόσημα του Συλλόγου

youtubelogo
κλικ εδώ για video


facebook