Greek Albanian Bulgarian Czech Dutch English Estonian Finnish French German Icelandic Irish Italian Norwegian Portuguese Russian Slovenian Spanish Swedish Turkish
Εφημερίδα ΗΩΣ
Είσοδος μελών



  

Επισκέπτες
Έχουμε 28 επισκέπτες συνδεδεμένους

ΕΝΑΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΟΣ ΝΑΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ

Από τον Γεώργιο Βελένη (δημοσίευση του Α.Π.Θ. τμήμα Αρχιτεκτόνων, Θεσσαλονίκη 1973)

Εισαγωγή

Το αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα της Προσοτσάνης στο νομό Δράμας. Βρίσκεται στα δυτικά αυτής της κωμόπολης, σε απόσταση 2,5 χλμ περίπου που φτάνει κανείς εκεί με καρόδρομο. Μια συστάδα ψηλών δένδρων προβάλλει και ξεχωρίζει τη θέση του μνημείου μέσα στην πλατειά κοιλάδα. Το έδαφος στο σημείο εκείνο είναι ελαφρά υπερυψωμένο από τα μπάζα κυρίως κάποιου κτίσματος, που βρίσκονταν δυτικά του ναού. Σήμερα σώζεται ένα τμήμα του, σε χαμηλό ύψος, με πάχος τοίχου 1,55 μ. Νότια από αυτό το κτίσμα, φαίνεται επίσης η όψη μιας τοιχοποιίας με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση.

Η μελέτη αυτή πραγματεύεται μόνο το ναό. Η έρευνα στο παρακείμενο κτίριο, που πιθανόν είναι τα υπολείμματα κάποιου πύργου, απαιτεί ανασκαφή. Η περιοχή γενικά παρουσιάζει ενδιαφέρον. Βορεινά από το ναό και σε απόσταση 300 μ. περίπου, στη θέση «Στεμνίτσα», υπάρχει υπόγειος καμαροσκέπαστος χώρος. Τα γύρω χωράφια είναι γεμάτα πέτρες και κεραμίδια.

Ο ναός, κατά πληροφορίες των χωρικών, χρησιμοποιήθηκε σα βίγλα στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Μετά την απελευθέρωση, έγινε μια πρώτη επισκευή, όπως δείχνει ο ασβεστωμένος σταυρός με τη χρονολογία 1915 στην ανατολική πλευρά. Από τότε ο ναός λειτουργεί σαν παρεκκλήσι και κάθε χρόνο στις 27 Ιουλίου, πλήθος κόσμου συρρέει για να τιμήσει τη μνήμη του Αγίου.

Περιγραφή του ναού

Σήμερα η γενική του όψη δίνει την εντύπωση ενός δρομικού ναού με στοά στη βόρεια πλευρά, που στηρίζεται σε τρεις πεσσούς. Κυριαρχεί το συμπαγές προπολεμικό τούβλο σε μπατική δόμηση. Σε ειδικά σημεία (γωνίες, παραστάδες), ενισχύεται με 1 ½ τούβλο. Με το ίδιο υλικό είναι κτισμένη και η κυκλική εξωτερική κόγχη που εγγράφεται στα ίχνη της παλιάς ημιεξαγωνικής. Η είσοδος ανοίγεται στα δυτικά, παράθυρα υπάρχουν από ένα στη βόρεια και νότια πλευρά.

Ο τύπος του ναού φαίνεται καθαρά στο εσωτερικό. Ανήκει στους μονόχωρους σταυροειδής εγγεγραμμένους με συνεπτυγμένες τις κεραίες, και ιδιαίτερα στην κατηγορία των ναών με ορθογωνική κάτοψη και αναλογία βάθους κεραιών 1:2 (δηλ. Β=Ν=0,65 μ., Α=Δ=1,30 μ.). Κατά την πρώτη του φάση είχε γενικές εξωτερικές διαστάσεις 5,90 x 7,30 μ., χωρίς την ημιεξαγωνική κόγχη. Από τη φάση αυτή σώζονται λίγα μόνο τμήματα, κι αυτά σε πολύ κακή κατάσταση. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος από το πρόσωπο της τοιχοποιίας έχει πέσει. Από τα μέρη όμως που σώζονται, μπορεί κανείς να εκτιμήσει τις κατακτήσεις της παλαιολόγιας τεχνικής.

Ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα έχει κτιστεί στο σύνολό του, με υλικό από δεύτερη χρήση. Το είδος της πέτρας που κυριαρχεί, είναι κυρίως η κροκαλόπετρα. Δε λείπουν βέβαια και αρχιτεκτονικά μέλη από παλαιότερα κτίσματα, όπως ένα κατώφλι που τοποθετήθηκε σαν αγκωνάρι στη ΒΔ γωνία και ένα κιονόκρανο, μικρών διαστάσεων, που εντοιχίσθηκε στο κάτω μέρος της ανατολικής πλευράς, στη ΝΑ γωνία. Οι κροκάλες μεταξύ τους συγκρατούνται με δύο, τρία ή και τέσσερα πλίνθινα κομμάτια, τοποθετημένα οριζόντια, που και που τοποθετούνται και κατακόρυφα. Οι επάλληλες στρώσεις της κροκαλόπετρας χωρίζονται από σειρές της μιας πλίνθου. Το υλικό είναι φτωχό, αρκεί να σημειωθεί η χρήση του κεραμιδιού αντί της πλίνθου στο σύνολο σχεδόν της κατασκευής.

Όσον αφορά στον κεραμοπλαστικό διάκοσμο, παρ’ όλο ότι οι εξωτερικές επιφάνειες των τοίχων έχουν καταστραφεί, διαπιστώνεται ότι υπήρξε σχετικά πλούσιος. Στην αετωματική απόληξη της ανατολικής πλευράς σώζεται τριπλό ψαθωτό κόσμημα, που πατά σε μια σειρά από μεγαλύτερες πέτρες με κατακόρυφους πλίνθους ενδιάμεσα. Η σειρά αυτή δεν πρέπει να διαμορφώθηκε από το τεχνίτη με σκοπό να οριζοντιώσει τον τοίχο σε κείνη τη θέση, γιατί αυτό το είχε πετύχει και πριν απ’ αυτήν την επιμελημένη στρώση. Μπορεί να ερμηνευθεί σαν αισθητική βούληση του τεχνίτη, να δημιουργήσει μια βάση για το κόσμημα του αετώματος, που το αποτέλεσμα θα ήταν η κλιμάκωση του διακόσμου από τον ουδέτερο τοίχο στην πλούσια ψαθωτή επιφάνεια, ή ακόμη σα μια οικοδομική τεχνική. Το υπόλοιπο τμήμα της ανατολικής πλευράς δεν είναι ιδιαίτερα επιμελημένο, το κάτω δε μέρος της είναι κατεστραμμένο. Η κόγχη, συμπληρωμένη πρόχειρα και ασβεστωμένη, ανήκει σε νεότερη επισκευή. Διακρίνεται όμως η αρχική ημιεξαγωνική βάση στο κάτω μέρος με αντίστοιχες διαστάσεις πλευρών ΝΑ=1,25 μ., Α=1,40 μ., ΒΑ=1,25 μ., και τμήμα του ΒΑ τυφλού αψιδώματος της κόγχης (πλάτος σωζόμενο 0,32 μ., ύψος 1,30 μ., βάθος 0,12 μ.). Το τύμπανο του αψιδώματος κατά τα 2/3 του κοσμείται με δύο εναλλασσόμενες οριζόντιες ταινίες με θέμα το ψαροκόκαλο και δύο κάθετες με πλίνθους σε παράταξη. Στο υπόλοιπο κάτω μέρος συνεχίζεται η κοινή τοιχοποιία. Φαίνεται ότι μια ανάλογη διάταξη θα υπήρχε και στη ΝΑ πλευρά της κόγχης, ενώ στην κεντρική, στο αντίστοιχο αψίδωμα, θα υπήρχε ένα άνοιγμα.

Η νότια πλευρά σώζεται μόνο κατά το 1/4 του μήκους της, αλλά σ’ όλο σχεδόν το ύψος. Στο τμήμα αυτό του τοίχου έχει διασωθεί επίσης ένα τυφλό αψίδωμα με διαστάσεις ίσες με του αψιδώματος της κόγχης, με μικρές διαφορές μόνο στη διακόσμηση του τυμπάνου, του οποίου το κάτω μέρος είναι διακοσμημένο με δύο σειρές κατακόρυφες πλίνθους σε παράταξη, που ανάμεσά τους παρεμβάλλονται τρεις σειρές οριζόντιες. Στο πάνω μέρος διακρίνεται καθαρά η εσοχή, απ’ όπου αποτοιχίστηκε μια μετωπική πλάκα, ύψους 0,52 μ., πλάτος 0,35 μ., βάθους 0,10 μ. Στα αριστερά του αψιδώματος διακρίνεται η γένεση του μετωπικού τόξου της νότιας κεραίας. Στη βάση αυτής της γένεσης φαίνονται τα ίχνη της ξυλοδεσιάς (διατομής 0,15x0,15 μ.) που περιέτρεχε και έδενε το ναό. Η ξυλοδεσιά ήταν η αιτία που το τύμπανο του νότιου αψιδώματος διακοσμήθηκε στο κάτω μέρος, γιατί περνούσε μόλις 0,08 μ. πίσω από το πρόσωπο του τυμπάνου. Το μικρό αυτό βάθος δεν μπορούσε να κτισθεί με κοινή τοιχοποιία. Η πλίνθος σαν πιο εύπλαστη έδινε την καλύτερη δυνατότητα. Τέτοιες κατασκευαστικές λύσεις, που αξιοποιούνται συνθετικά, προδίδουν εφευρετικές ικανότητες του τεχνίτη και γνώση.

Στη βόρεια πλευρά, το μετωπικό τόξο φαίνεται καλύτερα, γιατί σώζεται σε μεγαλύτερο μέρος και σε καλύτερη κατάσταση. Διαμορφώνεται διπλό, με κύριο και δευτερεύον τόξο, και αναλογία πλάτους 1:2. Ένας πωρόλιθος και τρεις πλίνθοι εναλλάξ διαμορφώνουν τόσο το κυρίως όσο και το δευτερεύον ομόκεντρο τόξο.

Εκείνο που δίνει περισσότερο την εντύπωση της αρχικής μορφής του μνημείου, είναι το εσωτερικό του ναού. Σώζονται σε αντιστοιχία με τους εξωτερικούς τοίχους, η βόρεια και ανατολική κεραία, καθώς και οι πεσσότοιχοι που τις ορίζουν. Το δάπεδο σήμερα είναι στρωμένο με τσιμεντοκονία. Η αρχική επιφάνειά του πρέπει να βρίσκονταν τουλάχιστον 0,80 μ. πιο χαμηλά, αν κρίνει κανείς από την εξωτερική επιχωμάτωση που είναι 1,00 μ. περίπου. Η κατασκευή στο εσωτερικό μαρτυρεί μαστοριά και δεξιοτεχνία, φινιρίσματα, συμμετρικές διατάξεις, ακρίβεια στην κατασκευή, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την καλή τεχνική της παλαιολόγιας εποχής.

Οι πεσσότοιχοι έχουν μείωση και επιστρέφονται με κοσμήτη από κοινή χοντρολαξευμένη ασβεστόπετρα, που εξέχει 0,12 μ. από κάθε πλευρά. Περασιά με το πρόσωπο του κοσμήτη αρχίζει η εσωτερική παρειά των καμαρών. Η λύση δεν είναι συνηθισμένη, αλλά έχει ορισμένα πλεονεκτήματα: μειώνει τη διάμετρο του τρούλου, μεταβιβάζει καλύτερα τις δυνάμεις και προσφέρει τη δυνατότητα στον τεχνίτη να ενοποιήσει με επίχρισμα, στην τελική φάση, τον πεσσότοιχο με τις καμάρες και να δημιουργήσει μια συνεχόμενη καμπύλη επιφάνεια. Κατά την τοιχογράφηση δε, θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τις επιμέρους επιφάνειες με μια απλή ταινία, ή ένα διακοσμητικό θέμα. Δυστυχώς δε σώζεται το επίχρισμα, παρά μόνο σε δυο μικρά τμήματα στη βόρειο κεραία, ασήμαντα σχεδόν και ένα μεγαλύτερο στην ανατολική κεραία, πάνω από τον ΒΑ πεσσότοιχο. Η ύπαρξη τοιχογραφιών είναι βεβαία γιατί διακρίνονται διάφορα χρώματα κάτω από το ασβέστωμα, το οποίο αν αφαιρεθεί, είναι πιθανό να δώσει κάτι ενδιαφέρον.

Πάνω από τον κοσμήτη, και σ’ όλο το πλάτος της ημικυκλικής καμάρας, φαίνονται οι θέσεις από τις ξυλοδεσιές, τέσσερις στη σειρά, διατομής 0,08x0,10 μ., και σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους (ανά 0,25 μ.). Η πρώτη, κοντά στη γωνία, είναι περιμετρική και μεγαλύτερης διατομής. Σε ύψος 1,05 μ. από τον κοσμήτη, αρχίζει η κατασκευή των λοφίων, που η παρουσία τους βεβαιώνει την ύπαρξη τρούλου.

Μια οροφή από σανίδια καλύπτει σήμερα το ναό. Είναι πιθανόν πάνω απ’ αυτή να υπάρχουν κι άλλα οικοδομικά στοιχεία που θα βοηθούσαν στη μελέτη. Η αποκεράμωση και μια μικρή ανασκαφή θα μπορούσαν να προσφέρουν συμπληρωματικά στοιχεία. Από τις κεραίες του σταυρού σώζεται ολόκληρη μόνον η ανατολική, κατασκευασμένη με επιμέλεια από πωρόλιθο και δύο πλίνθους εναλλάξ. Στην πραγματικότητα δεν είναι πλίνθοι αλλά κεραμίδια – στρωτήρες (μήκους 0,55 μ., πλάτους 0,80 μ., πάχους 0,03 μ.) που τοποθετήθηκαν κατά μήκος τους. Με τον ίδιο τρόπο ήταν κατασκευασμένες και οι άλλες κεραίες, όπως δείχνουν τα μικρά τμήματα που σώθηκαν κοντά στις γενέσεις.

Η βάση της κόγχης, εσωτερικά, εγγράφεται σε τμήμα κύκλου και καλύπτεται με τμήμα της αντίστοιχης σφαίρας. Το μετωπικό της τόξο που αρχικά ήταν επιχρισμένο, διαμορφώνεται, όπως και στα εσωτερικά μέτωπα των κεραιών, από πωρόλιθο και δύο πλίνθους εναλλάξ. Η Αγία Τράπεζα, που ενσωματώνεται στην κόγχη, είναι νεωτερική.

 

Σύγκριση – χρονολόγηση

Η σημερινή κατάσταση του μνημείου, πράγματι πολύ θλιβερή, απογοητεύει τον επισκέπτη και τον μελετητή. Προσεκτική όμως έρευνα και συγκριτική μελέτη των διαφόρων μερών του ναού που σώζονται, είναι δυνατό να οδηγήσουν σε θετικά συμπεράσματα, τόσο για τη χρονολογική τοποθέτηση του μνημείου, όσο και για την ιστορική κατανόηση της περιοχής.

Άγνωστο παραμένει το πότε ακριβώς κτίστηκε ο ναός, μια και λείπουν οι πηγές που να μας πληροφορούν σχετικά μ’ αυτό. Η χρονολογική του ένταξη, απαραίτητη για τη γραφική αποκατάσταση του μνημείου που προτείνεται παρακάτω, θα γίνει με βάση τις ομοιότητες των τυπολογικών και μορφολογικών στοιχείων, σε σύγκριση με άλλα μνημεία. Η τυπολογία της κάτοψης μ’ όση πληρότητα κι αν καθοριστεί, δεν είναι δυνατό να οδηγήσει μόνη σε σαφή συμπεράσματα.

1) Από τα μορφολογικά στοιχεία που σώζονται, η ανατολική πλευρά με το τμήμα της ημιεξαγωνικής κόγχης και την αετωματική διαμόρφωση της ανατολικής κεραίας του σταυρού, δίνει τις περισσότερες δυνατότητες για συγκρίσεις. Η ημιεξαγωνική κόγχη που διαπλάθεται εξωτερικά με μια σειρά τυφλά αψιδώματα έχει χρησιμοποιηθεί σα συγκριτικό χρονολογικό στοιχείο από τον Ορλάνδο για μνημείο του δεσποτάτου της Ηπείρου. Στην ομάδα όμως των ναών που μας έδωσε (με παρόμοια κόγχη) μπορούν να ενταχθούν και άλλα χρονολογημένα παραδείγματα. Η σειρά που ακολουθεί είναι χρονολογική:

Ναός                                       έτος κατασκευής       αναλογία πλάτους/ύψος αψιδωμάτων

1. Άγιος Δημήτριος Κυψέλης Ηπείρου           1242                                        1:2

2. Άγιος Ιωάννης Αχρίδας                              μέσα 13ου αι.                           1:2

3. Κόκκινη εκκλησιά Δροσοπηγής                 1280                                        1:2,5

4. Πόρτα Παναγιά Θεσσαλίας                        1282-3                                     1:3,5

5. Χριστός Βεροίας                                         τέλος 13ου αι.                           1:3,5

6. Άγιος Κλήμης Αχρίδας                               1295                                        1:3,5

7. Άγ. Γεώργιος Ομορφοκκλησιάς Καστοριά  1295                                        1:4

8. Κοίμηση Θεοτόκου Ζευγοστασίου           τέλος 13ου αι.                           1:6

 

Η παραπάνω σχέση ανάμεσα στις χρονολογίες και τις αναλογίες των αψιδωμάτων δε φαίνεται τυχαία, όπως τουλάχιστον προκύπτει από την έρευνα. Υπάρχει ένα παράδειγμα (ο Άγιος Δημήτριος Αιανής Κοζάνης)  περισσότερο πρώιμο από τα προηγούμενα, που η αναλογία των αψιδωμάτων της κόγχης του, χαμηλώνει ακόμη πιο πολύ και φθάνει μόλις στο 1:1,5. Βέβαια δυσπιστεί κανείς να δεχθεί μια απόλυτα διαγραμματική σχέση ανάμεσα στις χρονολογίες και στις αναλογίες. Στην περίπτωση όμως του Αγίου Παντελεήμονα Προσοτσάνης, που η αναλογία των αψιδωμάτων του δεν υπερβαίνει το 1:2,2 δεν μπορούμε να δεχθούμε χρονολόγηση μεταγενέστερη από τον 13ο αιώνα, γιατί θα ήταν μια εξαίρεση.

Γενικά η ημιεξαγωνική κόγχη με μια σειρά τυφλά αψιδώματα συνεχίστηκε να εφαρμόζεται και σε μεταβυζαντινούς χρόνους. Οι αναλογίες όμως των αψιδωμάτων, ενώ στο τέλος του 13ου αι. είχαν φθάσει σε υψηλές αναλογίες, ακόμη και στο 1:6, αργότερα άρχισαν πάλι να χαμηλώνουν. Μνημεία ημιεξαγωνικής κόγχης, που διαρθρώνεται με μια σειρά τυφλών αψιδωμάτων, έχουν επισημανθεί κι άλλα στην περιφέρεια.

Τα μνημεία που αναφέρονται στον κατάλογο που ακολουθεί, επειδή έχουν χρονολογηθεί συγκριτικά και μπορεί να δεχθούν αναθεωρήσεις, δίνονται παρακάτω σε ιδιαίτερη ομάδα από τα προηγούμενα. Η σειρά είναι συμβατική και ακολουθεί την αριθμητική αναλογική εξέλιξη των αψιδωμάτων όπως και παραπάνω:

Ναός                                                   αναλογία πλάτους/ύψος αψιδωμάτων

1. Άγιος Δημήτριος Αιανής Κοζάνης                                                  1:1,5

2. Άγιος Νικόλαος Μεγαλειού Καστοριάς                                         1:1,5

3. Αγία Παρασκευή Παναγίτσας Τρικάλων                                        1:2

4. Άγιος Νικόλαος στο Πρίλεπ                                                           1:2

5. Εισόδια της Θεοτόκου Κατούνας Αιτωλίας                                    1:2

6. Μητρόπολη Εδέσσης                                                                      1:2,7

7. Άγιος Νικόλαος Κάστρου Σερρών                                                 1:3

8. Άγιος Κήρυκος Βεροίας                                                                 1:3

9. Παναγία Κυριώτισσα Βεροίας                                                        1:3,5

10. Άγιος Νικόλαος Βεροίας (κατεδαφισμένος)                                 1:4,5

 

Θα μπορούσαν να καταχωρηθούν στον κατάλογο κι άλλα παραδείγματα με όμοιες κόγχες από όψιμους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς ναούς, αυτό όμως θα ξέφευγε από την έκταση και το θέμα αυτής της μελέτης.

Σ’ όλα τα μνημεία που αναφέρθηκαν ως τώρα, είναι χαρακτηριστική η διακόσμηση των αψιδωμάτων με κεραμικά κοσμήματα. Εξαίρεση αποτελεί η Μητρόπολη στην Έδεσσα και ο Άγιος Νικόλαος του Κάστρου στις Σέρρες. Σ’ αυτά μπορεί να προστεθεί και η Παναγία Ζευγοστασίου, της οποίας τα τύμπανα των αψιδωμάτων είναι τόσο στενά, ώστε δεν υπάρχουν περιθώρια για διακόσμηση. Η ύπαρξη διακόσμου στα αψιδώματα, βοηθάει συμπληρωματικά στις συγκρίσεις. Στον Άγιο Παντελεήμονα στην Προσοτσάνη, το κάτω τμήμα του αψιδώματος της κόχης που σώζεται μένει εντελώς ακόσμητο. Κάτι ανάλογο παρατηρεί κανείς στον Άγιο Δημήτριο της Κυψέλης. Η ίδια διάθεση διαφαίνεται και σε αψιδώματα που δεν ανήκουν σε κόγχη, όπως σ’ ορισμένα της Αγίας Αικατερίνης Θεσσαλονίκης. Τα γνωρίσματα αυτά, δηλαδή οι αναλογίες των αψιδωμάτων, η διακοσμητική διάθεση και το μικρό σχετικά βάθος τους, είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν πρώιμα παλαιολόγεια μνημεία που οδηγούν σε χρονολόγηση του ναού στα μέσα του 13ου αιώνα.

2) Ένα άλλο στοιχείο που παρέχει ικανά τεκμήρια για συγκρίσεις είναι το κοσμημένο αέτωμα της ανατολικής πλευράς. Τα πιο παλιά κοσμημένα βυζαντινά αετώματα με κεραμικά συναντιούνται στην Καστοριά (στον Άγιο Στέφανο, στον Άγιο Νικόλαο του Κασνίτση, στους Αγίους Αναργύρους, στον Ταξιάρχη του Γυμνασίου, και στην Παναγία τη Μαυριώτισσα). Στον Άγιο Στέφανο η αετωματική επιφάνεια στο ανατολικό μέρος δεν είναι παρά συνειδητά καθαρή επένδυση. Στα άλλα μνημεία της Καστοριάς, ο διάκοσμος των αετωμάτων δε διαφέρει βασικά από την υπόλοιπη τοιχοποιία, επιδιώκεται δε η ίδια γραφική απόδοση, αλλά με κάποια ένταση.

Εντελώς διαφορετικές αφετηρίες έχουν τα αετώματα μιας άλλης κατηγορίας μνημείων με το πνεύμα των οποίων συγγενεύει ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα Προσοτσάνης. Σ’ αυτά παρατηρείται μια εξέλιξη που σχετίζεται με την κατασκευή τους και τα προβλήματα για φινίρισμα που απαιτεί η διαμόρφωση των πλαϊνών τους πλευρών, καθώς και με το πώς καλύπτεται ο χώρος εσωτερικά, πίσω ακριβώς από την αντίστοιχη πλευρά που φέρει το αέτωμα. Αυτό το θέμα μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης. Αναφέρονται όμως πιο κάτω τα αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα της Ηπείρου και της Μακεδονίας όπου συναντιούνται με μεγαλύτερη συχνότητα. Στις άλλες περιοχές είναι λίγα και μεμονωμένα. Στην Ήπειρο τα αετώματα αυτού του είδους, εντοπίζονται γύρω από την περιοχή της Άρτας, όπως: στον εξωνάρθηκα της Αγίας Θεοδώρας, στη Βλαχέρνα, στην Κάτω Παναγιά, στην Παναγία του Μπρυώνη και στην Παρηγορήτισσα. Στο κέντρο της Μακεδονίας, τη Θεσσαλονίκη, κοσμημένο αέτωμα συναντιέται σ’ ένα μόνο μνημείο, στον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό. Αντίθετα στην περιφέρεια η συχνότητά του είναι σημαντική και μάλιστα σε μνημεία με καλλιτεχνικές αξιώσεις, όπως: στον Άγιο Νικόλαο του Πρίλεπ, στον Άγιο Κλήμη της Αχρίδας, στον Άγιο Γεώργιο της Ομορφοκκλησιάς (Γκάλιστας) και στο Χριστό Βεροίας.

Όλα γενικά τα αετώματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, έχουν ένα οριζόντιο στοιχείο για βάση που υποδηλώνεται με τρεις διαφορετικούς τρόπους:

-          με οδοντωτή ταινία (Παρηγορήτισσα)

-          με κεραμικό κόσμημα (Άγιος Νικόλαος στο Πρίλεπ)

-          με μια στρώση ιδιαίτερα επιμελημένης τοιχοποιίας από πέτρες και πλίνθους (Χριστός Βεροίας, Άγιος Κλήμης Αχρίδας).

Το αέτωμα του Αγίου Παντελεήμονα της Προσοτσάνης ανήκει στην τελευταία από τις τρεις αυτές κατηγορίες.

Όσον αφορά στο ενιαίο κεραμικό του κόσμημα, από την άποψη δηλαδή να καλύπτεται η αετωματική απόληξη με ένα και μόνο θέμα, το ψαθωτό, βρίσκεται κοντά στο πνεύμα του τεχνίτη της Παρηγορήτισσας Άρτας και του Αγίου Κλήμη Αχρίδας. Η διαφορά έγκειται στο εξής: στα αετώματα των δύο μνημείων που αναφέρθηκαν, το κεραμικό κόσμημα γεμίζει όλη την τριγωνική επιφάνεια, ενώ στον Άγιο Παντελεήμονα αρχίζει από τη μέση και πάνω. Η σύνθεση δεν έχει φθάσει ακόμη στην πληρότητα εκείνη, που προτιμά καθαρά σχήματα.

Η διάπλαση του αετώματος λοιπόν, μαζί με τη μορφολογία της κόγχης, συσχετίζουν το ναό της μελέτης αυτής με μια ομάδα μνημείων που απλώνεται σ’ όλο το βορειοελλαδικό χώρο και συνηγορούν για μια χρονολόγηση του ναού από τα μέσα του 13ου αιώνα προς το τέλος του.

3) Ένα τρίτο στοιχείο, επίσης βασικό για τη χρονολόγηση του ναού, είναι η τοξοδομία του. Τα μετωπικά τόξα των κεραιών, που διαμορφώνονται με ένα κύριο και ένα δευτερεύον ομόκεντρο τόξο και με αναλογία πλάτους 1:2, είναι χαρακτηριστικά στα μνημεία της «Σχολής της Πρωτευούσης». Τα μικτής κατασκευής επάλληλα τόξα ειδικά, δηλαδή με πλίνθους και πέτρες, αρχίζουν στο τέλος του 13ου αι. και συνεχίζονται τον 14ο αι. με ιδιαίτερη επιμονή σε ορισμένες περιοχές (Κωνσταντινούπολη, Μεσημβρία, Κρήτη, Θεσσαλονίκη, κ.α.). Στη Μακεδονία, από τα πιο πρώιμα παραδείγματα, είναι τα μετωπικά τόξα των κεραιών της Αγίας Αικατερίνης Θεσσαλονίκης. Μέσα στον 14ο αι. η μικτή τοξοδομία εφαρμόζεται στους Αγίους Αποστόλους, στον Προφήτη Ηλία και στο καθολικό της Μονής των Βλαττάδων. Στην Αγία Αικατερίνη και στους Αγίους Αποστόλους, διατηρούνται στοιχεία που αρχαΐζουν. Οι τεχνίτες προτιμούν την πλίνθινη κατασκευή στις πιο σημαντικές επιφάνειες και γενικά στη χρήση της πέτρας είναι περισσότερο συντηρητικοί. Στα δύο αυτά μνημεία τα μετωπικά τόξα των κεραιών είναι μεν μικτά, αλλά οι πέτρες έχουν τόσο μικρό πάχος, που ελάχιστα ξεπερνούν το πάχος μιας πλίνθου. Αντίθετα σε δευτερεύοντες χώρους, στη χρήση της πέτρας είναι πιο αποφασιστικοί. Στο περίστωο των Αγίων Αποστόλων η πέτρα καταλαμβάνει ένα σημαντικό τμήμα του τόξου, ωστόσο εξακολουθεί να επικρατεί η πλίνθος.

Εκεί που βρίσκει κανείς μια ισορροπία στη διαδοχή πλίνθων και πέτρας είναι ένα μνημείο στη Θεσσαλία, το καθολικό της Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα, μια γενιά περίπου πριν από τους Αγίους Αποστόλους (τέλος του 13ου αι.), με το οποίο ο Άγιος Παντελεήμονας παρουσιάζει στενές σχέσεις. Ο τύπος της κάτοψης του ναού της Προσοτσάνης είναι ίδιος με τον πυρήνα του καθολικού της Ολυμπιώτισσας. Η τοιχοδομία επίσης έχει κοινά γνωρίσματα, τα μετωπικά τόξα των κεραιών πλησιάζουν στις αναλογίες και δίνουν την ίδια εντύπωση. Ακόμη ο τρόπος με τον οποίο διαφοροποιούνται τα μικρά από τα μεγάλα τόξα είναι ο ίδιος. Τα τελευταία, που σχολιάστηκαν πιο πάνω, είναι μικτής κατασκευής. Τα μικρά τόξα όμως των αψιδωμάτων και των ανοιγμάτων γενικά, διαμορφώνονται μόνο με πλίνθους. Αυτή η διαφοροποίηση υπάρχει και στον Άγιο Παντελεήμονα της Προσοτσάνης απ’ ότι μπορεί να δει κανείς σ’ όσα τμήματα σώζονται στις κεραίες του σταυρού και στην επίστεψη των τυφλών αψιδωμάτων της κόγχης και του νότιου τοίχου. Επίσης παρόμοιος είναι ο τρόπος που διαμορφώνονται οι παρειές των αψιδωμάτων και στα δύο μνημεία. Με την ίδια αρχή είναι κατασκευασμένα τα αψιδώματα ορισμένων μνημείων της Μακεδονίας, όπως του Χριστού και του Αγίου Κηρύκιου στη Βέροια, του Αγίου Νικολάου στις Σέρρες κ.α.

 

Συμπεράσματα

Με βάση τα τρία στοιχεία που εξετάστηκαν, την ημιεξαγωνική κόγχη με αψιδώματα, το κοσμημένο αέτωμα της ανατολικής πλευράς και τη τοξοδομία του, ο ναός της Προσοτσάνης τοποθετείται με αρκετή βεβαιότητα στο β’ μισό του 13ου αιώνα. Το γεγονός όμως ότι η κόγχη δίνει σαφείς ενδείξεις για χρονολόγηση στα μέσα του 13ου αι., ενώ η μελέτη της τοξοδομίας στα τέλη, επιβάλλει ένα κάπως ευρύ χρονικό πλαίσιο, μισού αιώνα. Εάν ήθελε κανείς να περιορίσει τη χρονολόγηση σε τέταρτα του αιώνα, για το τρίτο τέταρτο πρέπει να παραδεχθεί πρώιμη εφαρμογή αυτού του είδους της τοξοδομίας, ενώ για το τελευταίο τέταρτο θα έπρεπε να κάνει διάφορες παραδοχές αρχαϊσμού, όπως εκείνη της αναλογίας 1:2,2 καθώς και της διακοσμητικής διαφοροποίησης των αψιδωμάτων. Πάντως το πιο πιθανό είναι να είχε εφαρμόσει ο τεχνίτης κάπως πρώιμα αυτή την τεχνική της τοξοδομίας στα μετωπικά τόξα, που μέχρι τα μέσα του 13ου αιώνα, δεν είχε καθιερωθεί. Ακόμη και κατά την Παλαιολόγεια περίοδο, σε ορισμένες περιοχές, όπως την Ήπειρο και τη ΒΔ Μακεδονία, οι τεχνίτες προτιμούσαν την αμιγή λύση, ανάλογα βέβαια με την τοπική παράδοση και την προσφορά των ντόπιων υλικών. Τα τόξα λοιπόν μπορούσαν να κατασκευάζονται μόνο με πλίνθους ή μόνο με λαξευτές πέτρες δουλεμένες με επιμέλεια. Επίσης ήταν δυνατό στο ίδιο μνημείο να συνυπάρχουν και τα δύο είδη τοξοδομίας σε διαφορετικές θέσεις, σε συνδυασμό πάντα με τη γενική σύνθεση και τις προθέσεις.

Η μικτή θολοδομία εφαρμοζόταν και σε παλιότερους χρόνους, αλλά στατικοί και μορφολογικοί λόγοι περιόριζαν την εφαρμογή της σε μέρη που δέχονταν επίχρισμα. Γίνεται σαφές ότι η αμιγής πλίνθινη ή λαξευτή θολοδομία προσφέρει μεγαλύτερη στατική ασφάλεια από τη μικτή, πράγμα που υποχρεώνει τους τεχνίτες να τη χρησιμοποιούν σε οικονομικές κατασκευές και σε περιορισμένη κλίμακα. Είναι χαρακτηριστική η χρήση της μικτής θολοδομίας στο νότιο Ελλαδικό χώρο από πολύ νωρίς (Παναγία Οσίου Λουκά) σε μέρη που τα σκέπαζαν με επίχρισμα. Αργότερα όμως, κατά την Παλαιολόγεια εποχή, παρουσιάζεται η μικτή αυτή κατασκευή στις όψεις.

…Με τα παλαιολόγεια μνημεία της Μεσημβρίας κλείνει ο μορφολογικός κύκλος της μικτής τοξοδομίας που ξεκινά από οικονομικές κατασκευές στην περιφέρεια, δοκιμάζεται, τη δέχεται η Πρωτεύουσα, καταξιώνεται, επανέρχεται στην περιφέρεια και από μικρής κλίμακας κατασκευές, το γεγονός ότι τη δέχτηκε, την ολοκλήρωσε και την ξανάδωσε η Πρωτεύουσα για να βρει νέους τρόπους έκφρασης σε μνημεία με πρωτευουσιάνικη επίδραση και παράδοση, θα πρέπει να μας πείσει ότι είναι ένα ακόμη γνώρισμα της «Σχολής της Πρωτευούσης».

Άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να εντάξει το ναό του Αγίου Παντελεήμονα της Προσοτσάνης στην ίδια σχολή, είναι το τυφλό αψίδωμα της νότιας πλευράς του, το οποίο αντιστοιχεί στο ΝΑ πεσσότοιχο που όμοιά του, κατά πάσα πιθανότητα, θα υπήρχαν και στη βόρεια πλευρά. Ειδικά η δομή του αψιδώματος με την μετωπική πλάκα στο πάνω του μέρος (της οποίας σώζονται ίχνη), θυμίζει τις ταινίες που σχηματίζονται πάνω στις όψεις τις διαρθρωμένες με σειρές μικρών τυφλών αψιδωμάτων, σε μνημεία με πρωτευουσιάνικη επίδραση. Η κλίμακα όμως και ο τύπος του ναού δε δίνουν την ευκαιρία για παρόμοια σύνθεση και ένα μόνον αψίδωμα δεν είναι αρκετό να δημιουργήσει μια τέτοια εντύπωση.

Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά του Αγίου Παντελεήμονα της Προσοτσάνης, η τοξοδομία και το αψίδωμα της νότιας πλευράς, επιβάλουν να γίνει δεκτή μια άμεση σχέση με την Πρωτεύουσα, ενώ η ημιεξαγωνική κόγχη με τα τυφλά αψιδώματα, καθώς και το κοσμημένο αέτωμα, οδηγούν σε μια αναγωγή «κατά παράδοση» με τα μνημεία της Μακεδονίας.

 

Γραφική αποκατάσταση

Η αποκατάσταση της κάτοψης δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Ο ΝΔ πεσσότοιχος που λείπει, ορίζεται με ακρίβεια σε σχέση με τους άλλους τρεις που σώζονται. Βέβαια μια μικρή ανασκαφή θα μπορούσε να δώσει τόσο τη βάση του, όσο και την κάτοψη στο σύνολό της. Θα μπορούσε επίσης να ορισθεί ακριβώς η θέση της εισόδου στη δυτική πλευρά. Για τη γραφική αποκατάσταση, το πλάτος της μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογιστεί. Δεδομένου ότι το μήκος του δυτικού τοίχου ήταν 5,90 μ. και ότι από την ΒΔ γωνία προς το μέσον του σώζεται σε μήκος 2,28 μ., προκύπτει άνοιγμα μικρότερο από 1,34 μ. [δηλ. 5,90- (2x2,28) = 1,34 μ.]. Επειδή δε η περασιά της εισόδου δε σώζεται, το πλάτος της πρέπει να ήταν αρκετά μικρότερο. Πρέπει να κυμαινόταν, κατά παραδοχή, γύρω στο 1,20 μ. πλάτος εισόδου συνηθισμένο σε βυζαντινούς ναούς. Τα θυρώματα θα ήταν ξύλινα, μια και δεν υπάρχουν ενδείξεις γλυπτού διακόσμου. Στην ίδια παραδοχή οδηγεί και η ειδική λύση του επιχρισμένου κοσμήτη. Το ύψος της εισόδου δεν μπορούσε να ξεπερνά το ύψος της περιμετρικής ξυλοδεσιάς, της οποίας τα ίχνη σώζονται σε ύψος 1,80 μ. από το σημερινό δάπεδο. Εάν υπολογίσουμε την επιχωμάτωση, που είναι 0,80 μ. περίπου, προκύπτει μέγιστο ύψος 2,60 μ. Το άνοιγμα θα το είχαν καλύψει με οριζόντια ξύλα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο και παράλληλα με την περιμετρική ξυλοδεσιά. Όσον αφορά στην επίστεψη της εισόδου, μια καλή λύση θα ήταν το ανακουφιστικό πλίνθινο τόξο, το τύμπανο του οποίου θα υποχωρούσε κατά 0,15 μ. περίπου. Η αντιμετώπιση αυτή δεν ξέφευγε από τις δυνατότητες του τεχνίτη του ναού της Προσοτσάνης. Η λύση δε του ημικυκλικού φεγγίτη για την περίπτωση είναι μάλλον πολυτελής και πρέπει να αποκλειστεί.

Η απόληξη του δυτικού τοίχου, στο πάνω μέρος θα έπρεπε να ήταν όμοια με εκείνη της ανατολικής και μάλιστα διαμορφωμένη με κεραμικό διάκοσμο. Τυφλά αψιδώματα δεν θα υπήρχαν, γιατί στο αριστερό τμήμα της δυτικής πλευράς που σώζεται πιο ψηλά από το ύψος της ξυλοδεσιάς, δεν υπάρχει εσοχή που να δηλώνει την παρουσία τους. Η ανατολική πλευρά δεν παρουσιάζει δυσκολίες στην αποκατάσταση. Μόνο το παράθυρο της κόγχης θα έδινε περιθώρια για συζήτηση, αλλά επειδή διαπιστώνεται ένα κοινό μέτρο, τόσο στα παράθυρα, όσο και στα αψιδώματα, θα σχολιαστεί μαζί με τα παράθυρα της Β και Ν κεραίας.

Η βόρεια και η νότια πλευρά, που όπως φαίνεται από τα λίγα τμήματα που σώζονται είχαν την ίδια σύνθεση, μπορούν να συμπληρώνουν η μια την άλλη. Στο κέντρο της σύνθεσης κάθε πλευράς υπήρχε διπλό μικτό μετωπικό τόξο, σε αντιστοιχία με την κυλινδρική καμάρα κάθε κεραίας, που συμπληρώνεται με ακρίβεια από τα τμήματα που σώζονται. Το μεγάλο και κεντρικό αυτό αψίδωμα με το διπλό τόξο έφθανε ως τη βάση του ναού, όπως αποδεικνύεται από ένα μικρό τμήμα που σώθηκε στη βόρεια πλευρά. Στο τύμπανο υπάρχει περιθώριο μόνο για ένα παράθυρο. Σήμερα στη βόρεια πλευρά, το παλιό παράθυρο, που το θυμούνται οι χωρικοί, έχει μεγαλώσει αρκετά και το σημερινό πλάτος είναι 0,75 μ. Σε καμιά του παρειά δε φαίνεται ίχνος παραστάδας, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν τουλάχιστον 0,15 μ. πιο στενό και δε θα ήταν πλατύτερο από 0,60 μ. Όσο για το ύψος, η αφετηρία του ορίζεται από την περιμετρική ξυλοδεσιά, όπου ήταν η βάση του παραθύρου. Από εκεί και πάνω το ελεύθερο ύψος είναι 1,50 μ. Δεδομένου ότι το παράθυρο χρειάζεται ένα πλίνθινο τόξο πλάτους 0,15 μ. έως 0,20 μ., μένει καθαρό ύψος 1,30 μ., δηλαδή μεγέθη όμοια με τα μεγέθη των αψιδωμάτων (0,60 x 1,30 μ.). Το να δεχθεί κανείς όλο αυτό το άνοιγμα για παράθυρο, είναι η πιο απλή λύση. Η λύση του δίλοβου πρέπει να αποκλειστεί, γιατί απαιτείται ευρύτερο άνοιγμα. Στην περίπτωση του μονόλοβου όμως υπάρχου άλλες δύο εκδοχές. Βασικά να είχε διαμορφωθεί το άνοιγμα με δευτερεύον ομόκεντρο τόξο σε εσοχή, οπότε θα είχε άνοιγμα 0,40 x 1,20  μ. στη μια περίπτωση, και στην άλλη να μη χρησιμοποιείται όλο το άνοιγμα αλλά να διαμορφώνεται τύμπανο στο πάνω ή στο κάτω του μέρος, οπότε το άνοιγμα θα είχε πλάτος 0,40 μ. περίπου και ύψος μικρότερο από 0,90 μ.

Στους άλλους πεσσότοιχους, που η επιφάνειά τους είναι πεσμένη, θα πρέπει να δεχθούμε από ένα αψίδωμα στον καθένα, σαν εκείνο που βρίσκεται στον ΝΑ. Στο τελείωμα του πάνω μέρος των τοίχων, ο ναός θα έφερε προεξέχουσα οδοντωτή ταινία, μορφής γείσου και μάλιστα διπλή, όπως συνηθίζεται σε μνημεία που έχουν έντονες τις επιδράσεις της Σχολής της Πρωτευούσης.

Προκειμένου να αποκατασταθεί γραφικά η στέγη, πρέπει να προηγηθεί κάποια διερεύνηση, μια και τα στοιχεία που σώζονται, εκ πρώτης όψεως, δίνουν ελάχιστες ενδείξεις. Η κάτοψη αυτή καθ’ αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στη συγκεκριμένη λύση της ανωδομής. Θεωρητικές λύσεις θα μπορούσαν προταθούν πολλές για τον τύπο αυτό του ναού. Στην περίπτωση όμως του Αγίου Παντελεήμονα της Προσοτσάνης, τα στοιχεία που σώζονται από την ανωδομή μπορούν να περιορίσουν τον αριθμό των λύσεων και να δώσουν τη συγκεκριμένη μορφή.

Η στέγη πάνω από την Α και Δ κεραία ήταν δίρριχτη, όπως φαίνεται από την αετωματική απόληξη της ανατολικής πλευράς. Το πρόβλημα είναι αν διαμορφώνονταν εξωτερικά ή όχι οι καλύψεις των γωνιακών τμημάτων, όπως στους κανονικούς εγγεγραμμένους σταυροειδής ναούς. Αυτό ελέγχεται από την κλίση του αετώματος, που όταν προεκταθεί, αφήνει ελεύθερο ύψος από το αντίστοιχο γωνιακό τμήμα μόνο 0,10 – 0,15 μ., μέγεθος πολύ μικρό για διαφοροποίηση. Σύμφωνα με αυτά, η στέγη σε κάθε κεραία, κατά τον άξονα Α-Δ, ήταν δίρριχτη.

Υπολείπεται η εξωτερική διαμόρφωση της ανωδομής στη βόρεια και νότια κεραία του σταυρού. Τα πλάγια τοιχώματα της νότιας κεραίας ιδιαίτερα, αποκλείεται να ήταν ορατά εξωτερικά, γιατί το τόξο του τυφλού αψιδώματος της νότιας πλευράς, είναι πολύ πιο ψηλά από τη γένεση του μετωπικού τόξου και κατά συνέπεια και από τη γένεση της καμάρας. Μετά από αυτή τη διευκρίνιση, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται να φαίνονται τα πλαϊνά τοιχώματα της Β και Ν κεραίας, γίνεται φανερό ότι η συνεχής οριζόντια επίστεψη της βόρειας και νότιας πλευράς του ναού, μπορούσε να διακόπτεται στη θέση των κεραιών και να διαμορφώνεται κατά τρεις τρόπους:

-          κατά τμήμα κύκλου

-          αετωματικά

-          με οριζόντια επίστεψη.

Από τις τρεις παραπάνω περιπτώσεις, η τελευταία θα μπορούσε να συζητηθεί μόνον αν το μνημείο ανήκε στον επιμηκυμένο τύπο (Kupelhalle), όπου οι εγκάρσιες κεραίες έχουν μικρό βάθος και το τετράγωνο της βάσης του τρούλου μεγαλώνει μόνο κατά το πλάτος του ναού και φτάνει ως τις εξωτερικές επιφάνειες των πλαϊνών τοίχων. Γίνεται δηλαδή κάποιο «κλέψιμο» και ο τεχνίτης κερδίζει στην κατασκευή. Η πρώτη περίπτωση έχει μορφολογική συνέπεια για μνημεία που έχουν σαφείς επιδράσεις της «Σχολής της Πρωτευούσης». Κάτι παρόμοιο υπάρχει, στην εξωτερική διάπλαση, στον πυρήνα του καθολικού της Ολυμπιώτισσας. Η στενή εσωτερική σχέση ανάμεσα στα δύο μνημεία ενισχύει αυτήν την άποψη. Η άλλη λύση, να διαμορφώνεται δηλαδή αετωματικά, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί εντελώς. Θα ξέφευγε όμως από το χαρακτήρα του μνημείου. Ίσως η αποκεράμωση θα δώσει τα απαραίτητα στοιχεία για την τεκμηρίωση της οποιασδήποτε λύσης που θα είχε δώσει ο τεχνίτης.

Τέλος μένει να εξεταστεί ο τρούλος, από τον οποίο δε σώζεται κανένα ίχνος, του οποίου η ύπαρξη βεβαιώνεται από την παρουσία των σφαιρικών τριγώνων. Διαφορετικός από οκτάπλευρος είναι δύσκολο να ταιριάσει. Ένας κυλινδρικός τρούλος, ανήκει σε διαφορετική αντίληψη, ενώ ο πολυγωνικός πρέπει να αποκλειστεί γιατί δεν το επιτρέπει το μέγεθος του ναού. Ο γενικός χαρακτήρας του μνημείου, τα τυφλά αψιδώματα, τα διπλά μετωπικά τόξα, η ημιεξαγωνική κόγχη, συνηγορούν σ’ αυτήν την παραδοχή. Ανάμεσα στη λύση με τοξύλια ή χωρίς αυτά, η πρώτη θα είναι πολύ προσιτή στους μαστόρους αυτής της εποχής και επομένως πιο πιθανή. Αν πάλι ο τρούλος είχε πλίνθους στο σύνολό του ή μικτό σύστημα δομής, δηλαδή από πλίνθους και πωρόλιθο είναι άγνωστο. Μπορεί να συμβαίνει και το ένα και το άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση αν υπήρχε η απαιτούμενη ποσότητα και ποιότητα πλίνθων, ο τεχνίτης θα προτιμούσε την αμιγή λύση, μια και στον 13ο αι. σ’ όλη τη Μακεδονία, η χρήση της πλίνθου στον κεντρικό τρούλο είχε γενικευθεί.

Άλλο πρόβλημα αποτελεί η διάμετρος του τρούλου, αν εσωτερικά ήταν μικρότερη από εκείνην των κεραιών. Το γεγονός ότι ήδη πιο χαμηλά, στη γένεση των καμερών, το πλάτος είχε μειωθεί σημαντικά, κατά 0,35 μ. από αυτό που όριζαν οι πεσσότοιχοι, φανερώνει την πρόθεση που είχε ο τεχνίτης του ναού της Προσοτσάνης. Εφόσον λοιπόν ήθελε ένα μικρότερο πλάτος στην κάλυψη του κεντρικού χώρου, από αυτό που όριζαν οι πεσσότοιχοι, θα μείωνε τη διάμετρο της στεφάνης, που είναι πιο συνηθισμένο. Στην περίπτωση δε του Αγίου Παντελεήμονα φαίνεται ότι ο τεχνίτης ήθελε σημαντική μείωση, γι’ αυτό χρειάστηκε να τη μοιράσει και στις καμάρες (ο Άγ. Δημήτριος Κυψέλης Ηπείρου και η Κοίμηση της Θεοτόκου στο Άνω Λάμποβο Β. Ηπείρου έχουν παρόμοιες λύσεις). Η ομοιόμορφη αυτή δομική λύση έδινε τη δυνατότητα να κατασκευάσουν τον κοσμήτη στη γένεση της στεφάνης του τρούλου όπως εκείνον στο ύψος της γένεσης των καμαρών.

Η επιμονή και η έκταση αυτής της μελέτης, δεν δικαιολογείται ούτε από τη βασική της πρόθεση να παρουσιάσει για πρώτη φορά ένα βυζαντινό ναό, ούτε από την κακή κατάσταση στην οποία σώζεται σήμερα. Επειδή όμως η περιοχή της Δράμας είναι πολύ φτωχή σε βυζαντινά μνημεία, επιβάλλεται η μελέτη και η προβολή κάθε κατάλοιπου του παρελθόντος που θα συνέβαλε στην κατανόηση της ιστορίας του τόπου.

 
Που βρίσκεται η Προσοτσάνη
greece_brown_glass

alt
Αποκτήστε το βιβλίο "Η Προσοτσάνη και η ιστορία της"
Τηλ. παραγγελίας: 2522023480

alt

Αποκτήστε το Βιβλίο Ημερολόγιο του Συλλόγου


stamps

Αποκτήστε τα συλλεκτικά γραμματόσημα του Συλλόγου

youtubelogo
κλικ εδώ για video


facebook