Greek Albanian Bulgarian Czech Dutch English Estonian Finnish French German Icelandic Irish Italian Norwegian Portuguese Russian Slovenian Spanish Swedish Turkish
Εφημερίδα ΗΩΣ
Είσοδος μελών



  

Επισκέπτες
Έχουμε 69 επισκέπτες συνδεδεμένους

Ο ΚΑΠΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗ

Του Ιωάννη Αραμπατζή

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο καπνός αποτελούσε για πολλά χρόνια ένα από τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της χώρας μας, αφού εξαγάγαμε περίπου 80.000 τόνους ετησίως από τους 120.000 τόνους που ανερχόταν η συνολική παραγωγή μας (το 3% παγκοσμίως). Η συμμετοχή του καπνού στο γεωργικό εισόδημα της χώρας έφτανε στο 14% και στο 7% του συνολικού εισοδήματος (ΑΕΠ). Η καλλιεργήσιμη έκταση ξεπερνούσε το 1,2 εκατομμύρια στρέμματα, δηλαδή το 4% των καλλιεργήσιμων εδαφών. Οι οικογένειες που ασχολούνταν με την καλλιέργεια του καπνού ξεπερνούσαν τις 200.000 ενώ αν προστεθούν και οι εργάτες, έμποροι κ.α. που ασχολούνταν γενικότερα με τον καπνό, φτάνανε τις 800.000 οικογένειες (περίπου το 1/8 του πληθυσμού της χώρας). Η αξία των εξαγωγών καπνού ξεπερνούσε το 50% του συνόλου των εξαγωγών μας. Με το συνάλλαγμα που εισέπραττε η Ελλάδα από την εξαγωγή των καπνών πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, πλήρωνε όλα τα είδη διατροφής και τα υγρά καύσιμα που εισήγαγε από το εξωτερικό.

Οι μεγαλύτερες καπνοπαραγωγικές χώρες είναι οι Η.Π.Α., Ρωσία, Κίνα, Ινδίες, Ιαπωνία, Βραζιλία, Τουρκία, Ελλάδα, Ιταλία, Βουλγαρία κ.α. Η παγκόσμια παραγωγή καπνού, ξεπερνάει τα 4 εκ. τόνους ετησίως. Η Ελλάδα διαθέτει κατάλληλες εδαφοκλιματικές συνθήκες για την παραγωγή πολλών τύπων καπνού και μάλιστα εξαιρετικής ποιότητας. Τα καπνά της Ξάνθης και της Μακεδονίας θεωρούνται από τα καλύτερα του κόσμου. Επιστήμονες πήραν από τον καπνό της Ξάνθης σπόρο, βλαστό, εργάτες από την περιοχή, ακόμη και χώμα για να το καλλιεργήσουν στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. αλλά δεν κατάφεραν να παράγουν την ίδια ποιότητα. Φαίνεται πως το μυστικό βρίσκεται στο κλίμα, που είναι το μόνο που δεν μπορεί να μεταφερθεί.

altΗ Αν. Μακεδονία είχε την πρωτιά απ’ όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας στην παραγωγή καπνού. Πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο (1935-39) καλλιεργούσε κατά μέσο όρο 358.000 στρ. και παρήγαγε 23.409 τόνους (το 38,9% της συνολικής παραγωγής) ενώ το έτος 1950 καλλιέργησε 405.023 στρ. και παρήγαγε 21.850 τόνους καπνού (το 37,45% του συνόλου).

 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Το κάπνισμα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια. Πριν την ανακάλυψη του καπνού κάπνιζαν άλλα φυτά, άγνωστα σε μας σήμερα. Σχετικές αναφορές υπάρχουν στον Ηρόδοτο και στον Πλούταρχο για τους Μασσαγέτες της Σκυθίας που μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά στην οποία ρίχνανε σπόρους και φύλλα άγνωστου φυτού. Η Πυθία μασούσε φύλλα δάφνης επάνω από τον τρίποδα όπου έκαιγε φωτιά και αναδύονταν καπνοί. Επίσης, σε αρχαιολογικές ανασκαφές βρέθηκαν πήλινες και πέτρινες πίπες της Ρωμαϊκής εποχής. Το κάπνισμα φαίνεται ότι το γνώριζαν και οι αρχαίοι Κινέζοι.

Έως το 1350 ο καπνός ήταν άγνωστος στην Ευρώπη. Πρώτοι τον έφεραν από την Αμερική (τους ιθαγενείς Ινδιάνους) οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι, κατακτητές του νέου κόσμου. Η διάδοση του καπνού έγινε πολύ γρήγορα και από τον 17ο αιώνα το κάπνισμα ήταν μια γενικευμένη κακή συνήθεια. Άλλοι μασούσαν τον καπνό, άλλοι τον κάπνιζαν σε πίπα και άλλοι τύλιγαν τα φύλλα σαν πούρο. Το τσιγαρόχαρτο εφευρέθηκε πολύ αργότερα.

Στη διάδοση του καπνίσματος συνέβαλε πολύ ο Γάλλος ιατρός Ζαν Νικό (από τον οποίο πήρε το όνομα η νικοτίνη), όταν το 1560 επισκέφτηκε τη Λισσαβόνα και έμαθε για τις φαρμακευτικές ιδιότητες του καπνού. Τον συνέστησε στην βασίλισσα Αικατερίνη των Μεδίκων ως θεραπευτικό των πονοκεφάλων. Την εποχή αυτή τον χρησιμοποιούσαν ως ταμπάκο για να φταρνίζονται και δεν τον καπνίζανε. Ξεραίνανε τα φύλλα του, τα έτριβαν και τα εισέπνεαν. Η αντίληψη ότι ο καπνός είναι σπουδαίο φάρμακο διατηρήθηκε για πολύ καιρό. Κατά τις επιδημίες πανώλης του 1614 και 1665 χρησιμοποιούσαν το κάπνισμα ως μέτρο προφύλαξης.

Από την εποχή αυτή άρχισαν να εμφανίζονται οι φανατικοί καπνιστές αλλά και οι αντικαπνιστές. Πρώτος ο βασιλιάς της Αγγλίας Ιάκωβος Α’ έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «μισώ τον καπνό», επέβαλε βαριά φορολογία στον καπνό και απείλησε ότι θα κρεμάσει όποιον κάπνιζε. Για παραδειγματισμό κρέμασε τον Ράλεϋ που εφεύρε την πίπα. Άλλοι διώκτες του καπνίσματος ήταν ο τσάρος Μιχαήλ Φεντερόβιτς που διέταξε να μαστιγώνονται οι καπνιστές, καθώς και ο κυβερνήτης της Περσίας Αμπάς που διέταξε να κόβουν τη μύτη εκείνων που ρουφούσαν ταμπάκο και να σχίζουν τα χείλη εκείνων που καπνίζουν. Διάφοροι κυβερνήτες, βασιλείς ακόμη και η εκκλησία απαγόρευσαν το κάπνισμα παίρνοντας δρακόντεια μέτρα, χωρίς όμως τελικά να καταφέρουν να σταματήσουν τη διάδοσή του. Άλλες κυβερνήσεις σκέφτηκαν ότι ο καπνός αποτελούσε μια καλή πηγή εσόδων για το κράτος τους και άφησαν ελεύθερο το κάπνισμα επιβάλλοντας βαριά φορολογία ή ακόμη προωθώντας την παραγωγή του καπνού στις χώρες τους.

Ο καπνός στην Ελλάδα κατά τον Πουκεβίλλ, άρχισε να καλλιεργείται στα τέλη του 16ου αιώνα από δύο Γάλλους που τον φύτεψαν στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Από το 1690 που ο διωγμός του καπνίσματος σταμάτησε, άρχισε η καλλιέργεια να επεκτείνεται όλο και περισσότερο. Ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Β’ (1687) αντιλαμβάνεται το οικονομικό όφελος για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και επιτρέπει την καπνοκαλλιέργεια, επιβάλλοντας φόρους και δασμούς. Ο Ισμαήλ Μπέης όταν ανέλαβε διοικητής στο Βιλαέτι Θεσσαλονίκης, φρόντισε να επεκταθεί η καπνοκαλλιέργεια μεταξύ άλλων και στην περιοχή της Προσοτσάνης που είχε τις κατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες, δίνοντας κίνητρα σε Οθωμανούς και Χριστιανούς. Το είδος του καπνού είχε την ονομασία «Μπασή- Μπαγλή». Έτσι προκύπτει μια οικονομική άνθιση στην περιοχή προς όφελος κυρίως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λόγω του επιβαλλόμενου φόρου στο καπνό που ήταν 30-35%.

Από το 1805 η καπνοκαλλιέργεια ήταν η κύρια ασχολία όλων σχεδόν των κατοίκων της περιοχής Προσοτσάνης. Το 1860 στην Προσοτσάνη ζούσαν 450 ελληνικές οικογένειες και 550 τούρκικες. Η παραγωγή καπνού έφτανε σε πολύ υψηλά μεγέθη 1.000.000 έως 1.300.000 οκάδες (1 οκά = 1.280 γραμμ.) προσελκύοντας το ενδιαφέρων των ξένων μονοπωλίων καπνού μέσω των εμπόρων, κάνοντας το όνομα «Μπασή- Μπαγλή Προσωτσάνης» γνωστό σε όλο τον κόσμο. Το εισόδημα των κατοίκων μεγάλωνε μετατρέποντας την Προσοτσάνη σε μεγάλο εμπορικό κέντρο. Οι Έλληνες της Προσοτσάνης κατείχαν στα χέρια τους το εμπόριο αλλά και την εκπαίδευση. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι κάτοικοι προσέφεραν μέρος του εισοδήματός τους από τα καπνά, για εθνικούς λόγους. Το 1892 για την επισκευή της ορθόδοξης εκκλησίας (3 γρόσια/δέμα καπνού), ενώ τα έτη 1906 και 1907 (10 παράδες/οκά καπνού) για την ολοκλήρωση της κατασκευής του σχολείου.

altΟι διεθνείς οικονομικές κρίσεις και οι πόλεμοι του 20ου αιώνα είχαν τις επιπτώσεις τους και στις τιμές των καπνών. Έτσι, κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου (1914-18), του Μικρασιατικού (1919-22) αλλά και του οικονομικού κραχ του 1929-32, έχουμε μείωση των τιμών πώλησης των καπνών ή ακόμη αυτά να μένουν απούλητα στις αποθήκες. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να μειωθεί σημαντικά το εισόδημα των παραγωγών και οικονομικό πλήγμα στην τοπική οικονομία της Προσοτσάνης που στηρίζονταν στα καπνά. Αυτήν την περίοδο εμφανίζεται και η Συνεταιριστική ιδέα με την ίδρυση πολλών Σωματείων, προκειμένου να επιτύχουν καλύτερες τιμές.

Τα έτη 1936-1940 υπήρξε νέα οικονομική άνθιση στην Προσοτσάνη. Αιτία η απορρόφηση όλης της παραγωγής καπνού από τους καπνέμπορους μετά τις εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε ο Ι. Μεταξάς με τη Γερμανία. Ακολουθεί όμως ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος και νέα οικονομική κρίση. Στα χρόνια του πολέμου τα καπνά αγόραζαν οι Βούλγαροι σε εξευτελιστικές τιμές και τα εξήγαγαν αυτοί στη Γερμανία. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η Ελλάδα λόγω του εμφυλίου έμεινε πίσω στην παραγωγή καπνού ενώ και η οικονομία της Γερμανίας (κυριότερος εισαγωγέας καπνού) καταστράφηκε. Αντίθετα άλλες χώρες (Η.Π.Α., Αγγλία κ.α.) αναπτύξανε και εκβιομηχανίσανε την καπνοκαλλιέργεια με σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα. Επακόλουθο η μαζική αύξηση της παραγωγής εκεί και η άνθιση του εμπορίου.

Τα αρωματικά καπνά που καλλιεργούνταν στην Προσοτσάνη (Μπασή – Μπαγλή) ήταν πλούσια σε νικοτίνη. Άρχισε να διαδίδεται ότι η ουσία αυτή είναι επιβλαβής για την υγεία και μειώθηκε η ζήτηση. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να επέλθει νέα κρίση στις τιμές του καπνού τις δεκαετίες 1950 και ’60. Τα καπνά ορισμένες χρονιές έμεναν απούλητα και ο κόσμος άρχισε μαζικά να εγκαταλείπει την καπνοκαλλιέργεια και να μεταναστεύει στις μεγάλες πόλεις και στο εξωτερικό (κυρίως Γερμανία) για να βρει δουλειά.

Μια τελευταία άνθιση γνώρισε ο καπνός μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ. Τις δεκαετίες 1980 και ’90 με τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις που δόθηκαν, αυξήθηκε προσωρινά το εισόδημα των καπνοπαραγωγών. Σταδιακά όμως οι τιμές πάγωσαν ή και μειώθηκαν. Νέα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν από την Ε.Ε. (ποσόστωση, πρόωρη συνταξιοδότηση, αποδέσμευση επιδότησης- παραγωγής, αντικαπνιστική εκστρατεία κ.α.) είχαν ως αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να εγκαταλειφθεί σχεδόν παντελώς η καπνοκαλλιέργεια στην Προσοτσάνη.

 

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ

Ο καλλιεργούμενος καπνός ανήκει στο είδος Nicotiana tabacum. Είναι μονοετές φυτό, δικοτυλήδονο και ανήκει στην κατηγορία των βιομηχανικών φυτών. Περιέχει δύο δραστικά δηλητήρια, τη νικοτίνη και την καπνεΐνη, που βλάπτουν τα αναπνευστικά όργανα, την καρδιά, το στομάχι, το συκώτι και τα νεύρα. Το πλούσιο ριζικό σύστημα συμβάλει στην αύξηση της νικοτίνης στα φύλλα επειδή η βιοσύνθεσή της γίνεται στις ρίζες. Ο βλαστός του καπνού είναι όρθιος και παχύς, ενώ το ύψος του κυμαίνεται από 1 έως 2 μέτρα. Το μήκος των μεσογονατίων διαστημάτων ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του καπνού. Το καπνόφυτο έχει συνήθως 20-30 φύλλα η συλλογή των οποίων γίνεται τμηματικά (σε 4-6 φορές) όταν αυτά ωριμάσουν. Το μήκος των φύλλων κυμαίνεται από 5 έως 90 cm ανάλογα με την ποικιλία και τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, ενώ το πλάτος των φύλλων της βάσεως είναι μεγαλύτερα από εκείνα της κορυφής. Η ταξιανθία του καπνού ονομάζεται φοβοειδής κόρυμβος και φέρει πολλούς κλάδους. Το άνθος είναι χρώματος ροζ και φέρει πέντε στήμονες. Ο καρπός είναι τετράχωρη κάψα, σχήματος κωνικό ή κυλινδρικό.

Ο καπνός μπορεί να καλλιεργηθεί σε μεγάλη ποικιλία εδαφών, από τα πολύ συνεκτικά και βαριά μέχρι τα πολύ αμμώδη ή τα αλμυρά. Επειδή ο καπνός κατάγεται από τροπικές χώρες (Κεντρική Αμερική), είναι απαιτητικός σε θερμότητα. Η άριστη θερμοκρασία από τη μεταφύτευσή του μέχρι την ωρίμανσή του είναι γύρω στους 27ο C. Είναι ευαίσθητος στους παγετούς, αντέχει στην ξηρασία, αλλά απαιτεί ορισμένη βροχόπτωση με κανονική κατανομή όλο το καλοκαίρι, όταν δεν μπορεί να αρδευτεί.

Η ξηρασία, συντελεί στη μείωση του μεγέθους και στην πάχυνση των φύλλων, επιτείνει το άρωμα και τη γεύση τους βελτιώνοντας έτσι την ποιότητα, αλλά μειώνει την παραγόμενη ποσότητα. Αντίθετα, η πολλές βροχοπτώσεις συντελούν στην παραγωγή ελαφρών φύλλων και στην κακή ξήρανσή τους, υποβαθμίζοντας έτσι την ποιότητα. Η μεγάλη ηλιοφάνεια καταστρέφει τις αυξίνες συντελώντας έτσι στην παραγωγή μικρών κυττάρων με πολύ ζάχαρο και λίγες πρωτεΐνες. Το πάχος των φύλλων και το ειδικό βάρος αυξάνουν, το χρώμα σκουραίνει, ενώ το άρωμα και η γεύση του γίνονται πιο έντονα βελτιώνοντας την ποιότητά του.

Ο προσδιορισμός της ποιότητας γίνεται με βάση ορισμένα αντικειμενικά χαρακτηριστικά που είναι: α) Φυσικά: μέγεθος και πάχος φύλλου, νευρώσεις, ελαστικότητα, υγροσκοπικότητα, ύλη, αφή, χρωματισμός κτλ. β) Χημικά: η περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, ενώσεις αζώτου, οργανικά οξέα, πολυφαινόλες, χρωστικές, ανόργανα συστατικά κτλ. γ) Οργανοληπτικά: γεύση και άρωμα.

 

ΤΥΠΟΙ ΚΑΠΝΩΝ

Τα καπνά από βοτανικής άποψης κατατάσσονται: α) Ανατολικά: εδώ υπάγονται οι μικρόφυλλες ποικιλίες που καλλιεργούνται σε πτωχά εδάφη κάτω από ξερικές συνθήκες. Αποκτούν χρώμα κίτρινο έως ερυθρωπό και έχουν εύγευστα καπνιστικά χαρακτηριστικά. Όξινος καπνός με pH 4,5-5. Τα περισσότερα ελληνικά καπνά ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Καλλιεργούνται επίσης στην Τουρκία, Βουλγαρία, Σερβία, Ρωσία κ.α. β) Βιρτζίνια: Το φυτό έχει ύψος 1,5 - 2 μέτρα, φέρει 20-25 μεγάλα φύλλα που έχουν μήκος 60 cm και πλάτος 25-30cm. Όξινος καπνός με pH 4,5-5. Το στέγνωμα των φύλλων γίνεται σε ειδικούς φούρνους. Καλλιεργούνται κυρίως στις Η.Π.Α., Κίνα, Ινδίες, Ιαπωνία, Ιταλία, Βουλγαρία κ.α. Στη χώρα μας κυρίως στις περιοχές Λαγκαδά, Λαμίας, Αγρινίου κ.α. γ) Μπέρλεϋ: Το φυτό έχει ύψος 1,80 μέτρα, φέρει 20-25 μεγάλα φύλλα μήκους 50 cm και πλάτος 20-30cm. Το χρώμα του μίσχου και των νευρώσεων των φύλλων είναι χαρακτηριστικό λευκοκίτρινο, ενώ των φύλλων ανοικτό πράσινο. Ουδέτερος καπνός με pH 7. Το στέγνωμα των φύλλων γίνεται σε ειδικούς φούρνους. Καλλιεργούνται κυρίως στις Η.Π.Α., Καναδά, Ιαπωνία, Ιταλία κ.α. Στη χώρα μας κυρίως στην περιοχή των Γιαννιτσών.

Τα ελληνικά καπνά από εμπορικής άποψης διακρίνονται:

α) Αρωματικά: Κοινώς λέγονται μπασμάδες (=πιέζω) και παίρνουν το όνομα της περιοχής στην οποία παράγονται. Καλλιεργούνται κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη. Τα φύλλα είναι μικρά, σχήμα ελλειπτικό, χωρίς μίσχο, με πάχος μέτριο και λεπτές νευρώσεις. Εδώ ανήκουν οι ποικιλίες: 1) Μπασμάς Ξάνθης (γιακάδες): Έχει λεπτά φύλλα με έντονο ευγενικό άρωμα. Το ξηρό φύλλο έχει χρώμα ερυθροκίτρινο και εξαιρετική ελαστικότητα. Καλλιεργείται στη Θράκη, Καβάλα και Δράμα. 2) Μπασμάς Μακεδονίας: Λιγότερο αρωματικός από τον προηγούμενο και καλλιεργείται στην Ανατολική Μακεδονία. 3) Μαχαλά: Τα φύλλα του είναι λεπτότερα όλων, χωρίς άρωμα αλλά έχει κάπνισμα γλυκόπιοτο. 4) Ζίχνα: Έχει φύλλα στενά με έντονο άρωμα και καλλιεργείται στην περιοχή της Φυλλίδας Καρδίτσας.

β) Ουδέτερα ή γεμίσματος: Οι τύποι καπνού που υπάγονται στην κατηγορία αυτή είναι: 1) Μυρωδάτα Σμύρνης: Τα φύλλα είναι μικρά, άμισχα με λεπτές νευρώσεις και ελαφρύ άρωμα. Καλλιεργείται κυρίως στα νησιά του Αιγαίου, Κεντρ. & Δυτ. Μακεδονία, Εύβοια και Θήβα. 2) Ουδέτερα Μακεδονίας: Τα καπνά αυτά έχουν ανοικτό χρώμα, είναι πτωχά σε νικοτίνη και χωρίς άρωμα. Εδώ ανήκει η ποικιλία του Καμπά-Κουλάκ (=χονδρό αυτί). 3) Ουδέτερα Θεσσαλίας: Εδώ υπάγονται τα Μαύρα της Θεσσαλίας και τα Ζιχνομυρωδάτα της Καρδίτσας. 4) Μυρωδάτα Αγρινίου: Τα ξηρά φύλλα έχουν χρώμα χρυσοκίτρινο, μικρή περιεκτικότητα νικοτίνης και πτωχά σε άρωμα. Απαιτούν υγρασία και καλλιεργούνται στην περιοχή του Αγρινίου και Μεσολογγίου.

γ) Βασικά ή γεύσεως: 1) Σαμψούς: Καλλιεργείται στην περιοχή της Κατερίνης. Έχει σκούρο χρώμα με ευχάριστο ελαφρύ άρωμα. 2) Τσεμπέλια Αγρινίου (=λόφος): Έχουν φύλλα μεγάλα, ανοικτού χρώματος με μικρή περιεκτικότητα νικοτίνης. Καλλιεργούνται στις περιοχές Αιτωλοακαρνανίας, Άρτας και Ιωαννίνων. 3)Προσωτσάνης (Μπασή-Μπαγλή) (=κεφαλοδεμένο): Καλλιεργείται στην περιοχή της Προσοτσάνης. Έχει χρώμα ερυθροκίτρινο με πολύ καλή καυσιμότητα. Την περίοδο 1935-39 ο μέσος όρος ετήσιας παραγωγής έφτανε τους 5.615 τόνους (το 9,3% της συνολικής παραγωγής καπνού) ενώ το 1950 παρήχθησαν 6.182 τόνοι (το 10,6% της συνολικής ετήσιας παραγωγής). Αυτή η ποικιλία καλλιεργήθηκε στην Προσοτσάνη μέχρι το 1975 περίπου και αντικαταστάθηκε από το Καμπά-Κουλάκ. Όμως δέκα χρόνια αργότερα και αυτή με τη σειρά της αντικαταστάθηκε από τον μπασμά.

 

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ Μπασή-Μπαγλή

 ΛΙΠΑΝΣΗ: Η λίπανση παίζει ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη και στην ποιότητα του καπνού. Η μεγάλη περιεκτικότητα αζώτου στο έδαφος, αυξάνει το φυτό, μεγαλώνει και λεπταίνει το πάχος του φύλλου με αποτέλεσμα να ελαττώνει το ειδικό βάρος του. Η περίσσεια αζώτου, οψιμίζει την ωρίμανση των φύλλων, αυξάνει τη νικοτίνη και εμφανίζει ανεπιθύμητες ιδιότητες όπως είναι οι χονδρές νευρώσεις, η πράσινη απόχρωση και η κακή υγροσκοπικότητα. Αντίθετα, η έλλειψη αζώτου συντελεί στο σχηματισμό μικρών και λεπτών στελεχών, χλωρωτικών και μικρών φύλλων με μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Ο φωσφόρος «ψήνει» τα φύλλα του καπνού, δίνοντας τα ανοικτό χρώμα, βελτιώνοντας έτσι την ποιότητα. Η έλλειψη φωσφόρου καθυστερεί την ωρίμανση και μικραίνει το πλάτος των φύλλων. Το ποσοστό καλίου στα φύλλα θεωρείται δείκτης ποιότητας. Όταν απουσιάζει το κάλιο εμφανίζονται χλωριώσεις στα φύλλα και ορφνές κηλίδες στα κατώτερα φύλλα. Τα παλιά χρόνια η λίπανση γινόταν με την αγρανάπαυση και την εναλλαγή καλλιεργειών (αμειψισπορά). Αργότερα άρχισε η χρήση των λιπασμάτων.

alt ΣΠΟΡΑ: Επειδή ο σπόρος είναι πολύ μικρός και απαιτεί ιδιαίτερα καλές συνθήκες χωραφιού για να φυτρώσει, η σπορά του γίνεται πρώτα σε σπορεία, από τα οποία τα νεαρά καπνόφυτα μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση αργότερα. Τον σπόρο τον συνέλλεγαν μόνοι τους οι παραγωγοί, όταν αυτός ωρίμαζε τον μήνα Σεπτέμβριο. Φυλάσσονταν μέσα σε υφασμάτινες σακούλες ή τενεκεδένια κουτιά για να αερίζεται καλά και να προφυλάσσεται από την υγρασία και τα τρωκτικά. Ο υγιής σπόρος έχει καστανοκόκκινο χρώμα ενώ ο ακατάλληλος για σπορά μουντό σκούρο.

Απολύμανση του σπορείου δε γινόταν. Η σπορά πραγματοποιούνταν στις αρχές Μαρτίου. Ο σπόρος ανακατεύονταν με στάχτη, σκορπίζονταν με το χέρι και πιέζονταν με ειδικό ξύλο. Έπειτα ρίχνανε από πάνω κοπριά για να κρατάει ζεστό τον σπόρο και να altτον συγκρατεί στο έδαφος ώστε να βλαστήσει. Τα νεαρά φυτά είναι πολύ ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες και τα σπορεία κατασκευάζονταν έτσι ώστε να έχουν μεσημβρινό προσανατολισμό. Το καπνοσπορείο πρέπει να προφυλάσσεται επίσης από τους ανέμους, γι’ αυτό και τοποθετούσαν κλαδιά από πουρνάρι πάνω από την κοπριά για να τη συγκρατεί. Για να στραγγίζει καλά το έδαφος, τα σπορεία κατασκευάζονται 10-20 cm υπερυψωμένα. Πρέπει να ποτίζονται καθημερινά ενώ απαιτείται τακτικά ξεβοτάνισμα από τα ζιζάνια που φυτρώνουν. Τέλος ορισμένοι, για λίπανση χρησιμοποιούσαν ανθρώπινα περιττώματα (περιέχουν άζωτο) τα οποία αφού πρώτα διαλύανε στο νερό, τα ρίχνανε στα φυτά.

alt ΦΥΤΕΙΑ: Το 3ο 10ήμερο του Μαΐου που τα φυντάνια του καπνού («χασλαμάδες») αποκτούν ύψος 15 cm περίπου, είναι κατάλληλα για μεταφύτευση στο χωράφι. Από πριν όμως γινόταν η κατεργασία του χωραφιού η οποία ξεκινούσε από το χειμώνα. Οργώνονταν 3-4 φορές με υποζύγιο και σιδερένιο άροτρο, το αποκαλούμενο «πουλούκι». Λίγο πριν τη φυτεία οργώνονταν μια τελευταία φορά με ξύλινο αλέτρι ώστε να δημιουργήσουν τα «καρίκια» ή «τσιζιά» (σαμαράκια) σε μεταξύ τους αποστάσεις των 50 cm περίπου.

Η εργασία ξεκινούσε από τα ξημερώματα με το μάδημα του χασλαμά. Τυλίγανε τα φυτά με «τσούλια» (λινάτσα) και βρέχανε τις ρίζες για να μη στεγνώσουν. Η φυτεία πραγματοποιούνταν με το χέρι κατά τη διάρκεια της ημέρας. Με τη τσάπα ανοίγανε ίσια γραμμή πάνω στο καρίκι και με ειδικό εργαλείο, το «μπασκί», δημιουργούσανε ανά 15 cm περίπου τρύπα όπου φυτεύανε το φυτό. Ακολουθούσε η άρδευση των νεαρών φυτών με το «γκιούμι» (ποτιστήρι) για να πιάσουν, ενώ δεν έπρεπε να βραχούν τα φύλλα του φυτού για να μη ξεραθούν. Στα χωράφια το νερό μεταφέρονταν με τα ζώα σε «καδιά» (βαρέλια) από έναν νερόλακκο («μπάρα») και 7 ομβροδεξαμενές που υπήρχαν διάσπαρτες στον κάμπο της Προσοτσάνης ή αντλούσαν νερό από τον Αγγίτη ποταμό.

alt ΣΚΑΛΙΣΜΑ: Η καταπολέμηση των ζιζανίων γινότανε με δύο συνήθως σκαλίσματα με την τσάπα. Το πρώτο 2-3 εβδομάδες μετά τη φυτεία και το δεύτερο 15 ημέρες αργότερα από το πρώτο σκάλισμα με το οποίο κάνανε το λεγόμενο «γέμισμα» δηλαδή, καλύπτανε τη ρίζα και τη βάση του βλαστού με χώμα. Η κύπερη και η οροβάγχη (λύκος) ήταν τα δύο σημαντικότερα ζιζάνια που έπρεπε να καταπολεμηθούν από τους παραγωγούς καπνού. Αυτός ο τύπος καπνού δεν απαιτούσε μεγάλες ποσότητες νερού. Άντεχε στην ξηρασία και παρήγαγε μάλιστα καλύτερη ποιότητα καπνού. Γι’ αυτό φυτεύονταν και σε ξερικά χωράφια, ενώ τα αρδευόμενα χωράφια ποτίζονταν 1-2 φορές όταν επικρατούσε μεγάλη ανομβρία με ροή νερού στα αυλάκια.

alt ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ: Περί την 10 -15 Ιουλίου άρχιζε η συγκομιδή των φύλλων του καπνού. Δεν ωριμάζουν όλα μαζί αλλά πρώτα τα χαμηλότερα φύλλα που είναι και τα μεγαλύτερα, μήκους 25 cm περίπου. Ακολουθούν τα μικρότερα φύλλα στο άνω μέρος του φυτού με μήκος φύλλου 10 cm ή μικρότερα. Όταν ωριμάζουν, αποκτούν μια χρυσοπράσινη απόχρωση. Η συγκομιδή ή όπως λέγεται το «σπάσιμο» ή «τσάκισμα» των φύλλων, γινότανε καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού μέχρι τον Οκτώβριο μήνα, σε 5-6 χέρια ανάλογα με την πορεία ωρίμανσης. Οι παραγωγοί πήγαιναν λίγο μετά τα μεσάνυχτα στα καπνοχώραφα και μέχρι το πρωί μάζευαν τα ώριμα φύλλα υπό το φως της γκαζόλαμπας (φανάρι), για να μην τα μαράνει ο ήλιος. Τα σπάζανε και τα αφήνανε στο έδαφος σε ματσάκια, τους αποκαλούμενους «ελπεζέδες» και το πρωί τα συγκεντρώνανε με τις αγκαλιές τους, τοποθετώντας τα στα κοφίνια για τη μεταφορά τους με τα κάρα στο σπίτι. Όσα φύλλα ήταν άρρωστα ή πολύ ώριμα ρίχνονταν στο έδαφος.

alt ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΗ: Στο σπίτι ακολουθούσε η διαδικασία του «μπουρλιάσματος» ή βελονισμού. Ένα - ένα φύλλο περνιότανε σε βελόνα και από εκεί σε σπάγκο, για να κρεμαστεί στον ήλιο και να ξεραθεί, το λεγόμενο «σαρίκι». Η ξήρανση γίνονταν σε λιάστρες και σε ξύλινες βέργες στους τοίχους των σπιτιών. Όταν ο καπνός αποκτούσε κιτρινοκόκκινο χρώμα, τον συλλέγανε σε 2-3 «σαρίκια» μαζί, τα λεγόμενα «σαντάλια» πιάνοντας τα με τσιγκέλια. Τα αποθηκεύανε κρεμασμένα σε καλά αεριζόμενους χώρους όπως στον «μπινά» (ο χώρος κάτω από τη σκεπή), μέχρι το φθινόπωρο.

alt ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ: Μετά το τέλος της συγκομιδής και της αποξήρανσης των φύλλων δηλ. από τον Οκτώβριο μήνα μέχρι τον Μάρτιο, ακολουθούσε η συσκευασία του καπνού σε δέματα, το λεγόμενο «παστάλι». Πρώτα όμως έπρεπε να αφαιρεθεί ο σπάγκος και να καθαριστούν ένα - ένα τα φύλλα από ξένες ύλες. Τοποθετούνταν έτσι σε «γύρους», δηλαδή σε ματσάκια κυκλικά στο πάτωμα, για διάστημα 10 ημερών. Έπειτα, υπήρχε ένα στενόμακρο ξύλινο καλούπι, το «σεντούκι», στο οποίο τοποθετούνταν ο καπνός για να συσκευαστεί σε δέματα βάρους 40-50 κιλών ενώ περιμετρικά έφεραν λινάτσα, το αποκαλούμενο «τσούλι», που δένονταν με σχοινί. Η συσκευασία γίνονταν κατά ποιότητες και ίδιου μεγέθους φύλλα. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα τα δέματα έπρεπε να αερίζονται γι’ αυτό αναποδογυρίζονταν ανά 10ήμερο περίπου.

altΟ καπνός όταν βρεθεί σε υπό ορισμένες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας, υφίσταται μεταβολές στα χημικά συστατικά του λόγω της δράσεως διαφόρων ενζύμων που βρίσκονται στα κύτταρα των φύλλων. Η θερμοκρασία που απαιτείται είναι 20-30ο C, η σχετική υγρασία 14-17% και ικανοποιητική παρουσία οξυγόνου. Διαφορετικά ο καπνός κινδυνεύει να μουχλιάσει. Με τη ζύμωση, οι υδατάνθρακες, η νικοτίνη, και οι διάφορες αζωτούχες ενώσεις εκτός της αμμωνίας μειώνονται. Αντίθετα, το άρωμα και οι καπνιστικές ιδιότητες του καπνού βελτιώνονται.

Μέχρι τα τέλη Απριλίου ο καπνός πωλούνταν με ελεύθερη διαπραγμάτευση στους καπνέμπορους. Τα δέματα παραλαμβάνονταν από αυτούς για παραπέρα επεξεργασία. Ακολουθούσε νέα διαλογή και συσκευασία σε εμπορικές παρτίδες, συνέχιση της ζύμωσης μέχρι φτάσει τον επόμενο χρόνο στην καπνοβιομηχανία για το τελικό στάδιο επεξεργασίας και την παραγωγή τσιγάρων.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σήμερα, η καλλιέργεια του καπνού έχει μειωθεί δραματικά σε όλη τη χώρα, για διάφορους κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους. Στην Προσοτσάνη, που αποτελούσε την κύρια καλλιέργεια και ασχολία των περισσότερων κατοίκων της, σήμερα κοντεύει να εξαφανιστεί τελείως. Ο άλλοτε καταπράσινος από καπνοφυτείες κάμπος της, πλημμυρισμένος από κόσμο και κάρα, αποτελεί πλέον μια ανάμνηση των παλαιοτέρων που τη διηγούνται στους νεότερους σαν παραμύθι.

  
 
Radio ΗΩΣ


Ανοίξτε τον player σε νέο παράθυρο
(για καλύτερη ακρόαση)

Εδώ ακούτε μόνο παραδοσιακή μουσική!

Που βρίσκεται η Προσοτσάνη
greece_brown_glass


alt

Αποκτήστε το Βιβλίο Ημερολόγιο του Συλλόγου


stamps

Αποκτήστε τα συλλεκτικά γραμματόσημα του Συλλόγου

youtubelogo
κλικ εδώ για video


facebook